Μπορεί η θεία από το Καράκας να με έκανε να στρέφω το βλέμμα μου στον ουρανό και τα αεροπλάνα, όμως άλλος ήταν εκείνος που μ’ έκανε να πηγαίνω στο λιμάνι του Πειραιά και να παρατηρώ τη θάλασσα. Και δικαίως διεκδικεί την πρωτιά της ταξιδιωτικής μου τρέλας,  μιας και το υλικό μου από φωτογραφίες καραβιών που μπαινοβγαίνουν στα λιμάνια,  των γερανών στα ναυπηγεία,  των ταρσανάδων και των φάρων είναι πολύ πλούσιο.

Τον καπτα Κώστα τον γνώρισα στα είκοσι δύο μου αλλά από τα δεκαπέντε μου, αντί να διαβάζω Super Katerina, έπαιρνα  το λεωφορείο φυσαρμόνικα για τον Πειραιά, που το περίμενα υπομονετικά πενήντα λεπτά να περάσει, προκειμένου να είμαι έτοιμη γι’ αυτή τη συνάντηση. Ο καπτα Κώστας, τρία τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός μου, έγινε ο αδελφικός μου φίλος και μέχρι το τέλος μας, 24 χρόνια μετά, είχαμε ξεστομίσει λόγια άλλοτε αλμυρά κι άλλοτε πικρά, λόγια της πλώρης αλλά είχαμε απαγγείλει και στίχους της καββαδιακής ποίησης  τσουγκρίζοντας στο ενδιάμεσο τα μπουκάλια της μπύρας.  

Θυμάμαι όλα αυτά τα χρόνια την ανυπομονησία μου να λάβω τα καρτ ποστάλ του απ΄ όλο τον κόσμο, τα τηλεγραφήματα στη γιορτή μου από την άλλη άκρη του πλανήτη,  τα  αντίγραφα σελίδων από το ημερολόγιο πλοίου, τα  μικρά εξαρτήματα από τα καράβια,  τους  χάρτες  με χαραγμένες πορείες πάνω τους, κομπάσους, διπαράλληλους  κι όλα εκείνα που συνέθεσαν την ιδιαίτερη αυτή συλλογή  που με έκανε πραγματικά υπερήφανη.  Ας μη μιλήσω για τα μοναδικά επίσης τηλεφωνήματα από τα μπαρ της Βραζιλίας, της Κίνας, της Ιαπωνίας, της  Ουκρανίας, του Παναμά  μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, όταν εκείνος και όλοι οι βαλαντωμένοι ναυτικοί ξέδιναν, κι έλεγαν στα κορίτσια εκεί – πάντα μιλούσε με εκτίμηση για τα κορίτσια αυτά-   να με καλησπερίζουν στα ελληνικά  ενώ εγώ έβαζα στη πλάτη το μαξιλάρι γιατί γνώριζα ότι θα είχαμε ολονυχτία! 

Τραγουδούσαν όλοι μαζί Μητροπάνο και Τερζή, ο Καζαντζίδης συνήθως προηγείτο. Νόμιζα πως έφτανε ως τη μύτη μου η μυρωδιά του αλκοόλ ακόμα κι η  κάπνα από το τσιγάρο τους χωνόταν θαρρείς μέσα στο ακουστικό του τηλεφώνου και έφτανε ως εμένα. Έφτιαχνα τη δική μου παραίσθηση,  άκουγα τις διψασμένες φωνές τους, ένοιωθα την τερματισμένη υπομονή τους,  έβλεπα τις μονότονες βόλτες τους πάνω στην κουβέρτα του βαποριού, ουρανός και θάλασσα μόνο για μήνες, τί να πρωτοζήσεις σε μια νύχτα, πόσο να χορτάσεις από  πιοτό, χορό, γυναίκα, φιλοσοφία, ηδονή σε μια νύχτα. Αυτοί θαλασσοπνίγονταν δυο, τρεις, πέντε μήνες για ένα τέτοιο βράδυ! Τα σκορπούσαν όλα σε ένα τέτοιο βράδυ!  Λεφτά, οικογένεια, αξιοπρέπεια. Ακόμα και σήμερα, αν χτυπήσει κατά λάθος το τηλέφωνο μες τη νύχτα, μουρμουράω και αναρωτιέμαι σε ποιό μπαρ γυρνάει ο αναθεματισμένος, σε ποιά τρούμπα του κόσμου να βρίσκεται, τί τους σκαρώνει εκεί,  τί συρτάκι τις βάζει να χορεύουν,  τί ποιήματα ελληνικά να απαγγείλουν!  

Ο καπτα Κώστας με έπαιρνε πάντα μαζί του όταν έφευγε και το ήξερα.  Σα τζόβενο τον ακολουθούσα για να μάθω τον κόσμο. Κάθε φορά που ετοίμαζε την βαλίτσα του για μπάρκο, καθόμουν σε μια  γωνιά και παρατηρούσα με πόση σπουδή την έφτιαχνε. Αψεγάδιαστα τακτοποιημένη, καθαρή. Ήταν απίστευτο το πόσο έμπειρος ήταν σε αυτό μιας και ταξίδευε από τα 17 του. Επίσης ήταν πάντα χαρούμενος που θα αναχωρούσε για μήνες, και για χρόνο συχνά, ενώ εμείς τον κοιτούσαμε λυπημένοι που θα μπάρκαρε. Κεφαλλονίτης. Τι να πεις…  Όταν μελετούσε για τις εξετάσεις στο ΚΕΣΕΝ,  διάβαζα κι εγώ μαζί του κι ας μην καταλάβαινα τίποτα. Εκείνος έλεγε πως καταλάβαινα. Θαύμαζα τα υπέροχα γράμματά του, τα αρχειοθετημένα κλασέρ, τις καθαρές σημειώσεις, τα βιβλία του.  Διόλου δε θύμιζε ναυτικό!  Όταν απομακρυνόταν για λίγο από κοντά του το γερασμένο σκυλί του,  σα τον ‘Αργο του Οδυσσέα, έπαιρνα διακριτικά τη θέση του κι έβλεπα πώς  άπλωνε τους χάρτες τους, υπολόγιζε μήκη και πλάτη και τον κοιτούσα με απορία  όταν  με προσκαλούσε και μένα : «Είμαστε South Africa πάμε μινεράλια στην Ολλανδία, βγάλε πορεία Χαρά!».

Κουφονήσια, 2017

Μια φορά, ο Καπτα Κώστας μου έκανε ένα μεγάλο δώρο: με ανέβασε στο πλοίο περαστικός καθώς ήταν λίγες μέρες από τον Πειραιά. Η λάντζα κυματιστά πλεύρισε το τεράστιο βαπόρι και ανέβηκα με  φόβο την ανεμόσκαλα. Με ακολουθούσαν η σύζυγος του μηχανικού, τα παιδιά του, αρραβωνιαστικιές, μανάδες. Ο καπτα Κώστας με περίμενε στο πάνω πάνω σκαλοπάτι ενώ εγώ κοίταζα κάτω μη παραπατήσω, η θάλασσα άγρια και σκούρα παραμόνευε, χειμώνας καιρός. Κοίταζα πάνω να τον δω που μου χαμογελούσε κι έπαιρνα θάρρος. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια αιώνια φωτογραφία. Ακόμα έτσι τον κοιτάζω!

Όταν έφτασα στο κατάστρωμα του πλοίου, ένιωσα σα στο σπίτι μου! Τα γνώριζα όλα τα κατατόπια πολύ καλά. Ο καπτα Κώστας μου είχε μιλήσει και γι’ αυτό το καράβι με κάθε λεπτομέρεια. Πήγα στις μηχανές, στα μαγειρεία, στη κουβέρτα, στη γέφυρα.  Άγγιζα  φινιστρίνια,  ασύρματους, χάρτες, μπαινόβγαινα στην καμπίνα, περπατούσα στους στενούς διαδρόμους, μίλαγα με το πλήρωμα.  Είχε την ελληνική σημαία απλωμένη πάνω από το προσκεφάλι του στην καμπίνα,  ένα γλαστράκι με βασιλικό και δυο καναρίνια! Τον Σώο και τον Αβλαβή!  Είδα από τη γέφυρα με τα κιάλια  το Ροδάνθη. Αυτή τη φορά το έβλεπα από άλλη γωνία, όχι από το λιμάνι. Έτσι όπως φαίνονται διαφορετικά κι όλα τα πράγματα στη ζωή όταν τα κοιτάς από διαφορετική πλευρά.

Ο ναυτικός είναι ένα άλλο σκαρί ανθρώπου. Περνάνε μέρες κι εβδομάδες συχνά δίχως νέα του κι έτσι το παίρνεις απόφαση και τον αφήνεις  στην τύχη του. Γιατί ο ναυτικός, αυτός ο ναυτικός, αγαπά τη θάλασσα τόσο ώστε πνίγεται μακριά της. Έχει αντικρίσει την πλώρη του καραβιού να μπαίνει ολάκερη μέσα στον ωκεανό, να ξαναπροβάλλει και να ξαναβουτάει μέσα. Και κάθε φορά που βουτάει, η ψυχή του πεταρίζει για να μη μουσκέψει στο νερό και βαρύνει και κάθε φορά που το βαπόρι ξαναξεπροβάλλει, η ψυχή έρχεται στη θέση της μέχρι να πετάξει πάλι.  Έτσι πάει  αυτό το έργο. Του ναυτικού το κρεβάτι, δεν είναι κρεβάτι για ύπνο. Είναι μια σανίδα σωτηρίας για τις σκέψεις του. Οι συνάδελφοί του, λίγοι Έλληνες, πολλοί Φιλιππινέζοι  αν τύχει να ναι καλοί, έχει καλώς. Στο τραπέζι που τρώνε όλοι μαζί, οι κουβέντες  ματσακονίζονται, οι ψυχές  αγγίζουν σίδερο κι η αλμύρα κάθεται παντού και επουλώνει τις πληγές τους.

Στη 1 Σεπτεμβρίου 2013, μας ενημέρωσαν από την εταιρεία ότι ο καπτα Κώστας βρέθηκε νεκρός στο κρεβάτι του το χάραμα, κάτω από την τεντωμένη ελληνική σημαία, ανοιχτά της Φορταλέζα στη Βραζιλία.  Είχα 21 μέρες καιρό για να πλάσω το παραμύθι μου μέχρι να τον στείλουν φουσκωμένο από τη φορμόλη σε ένα κουτί πίσω στην πατρίδα του. Δεν ήθελα να τον δω μέσα στο κουτί του- για μένα δε χωράει σε κανένα κουτί μια τέτοια έννοια- . Το παραμύθι μου λέει ότι δε έχει γυρίσει ακόμα και σήμερα από ένα μεγάλο μπάρκο και πως θα σταθεί μια βραδιά μπροστά στο ματάκι της πόρτας μου και θα με παρακαλάει να του ανοίξω για το χουνέρι που μας έκανε. Θα κάτσουμε εγώ στην μια άκρη του καναπέ τσαντισμένη κι εκείνος στην άλλη  και μετά από ώρες, θα φάμε σουβλάκια και θα πιούμε πολλές μπύρες όπως συνηθίζαμε.

Όταν  διακρίνω βαπόρι πέρα στον ορίζοντα, σηκώνομαι με χαρά και το χαιρετάω. Ο καπτα Κώστας είναι παντού και με βλέπει. Για μένα θα είναι πάντα  ένας καπετάνιος που γνώρισα μεταξύ πραγματικότητας και παραμυθιού και  που προτίμησε να κάνει ένα ταξίδι όπως εκείνος ήθελε.  «Οι άνθρωποι δεν είναι για χόρταση» μου έλεγε. «Πρέπει να φεύγουν για κει που τους αρέσει, για εκεί που μπορούν και ανασαίνουν.  Έτσι να κάνεις κι εσύ. Να έχεις τη βαλίτσα σου έτοιμη και τακτοποιημένη πάντα, μάθε όμως πρώτα να βγάζεις πορεία, μη χαθείς!».

Εκτός απ’ το κενό που άφησε πίσω του φεύγοντας, μου άφησε και μία απορία: Τι να απέγιναν εκείνα τα δύο καναρίνια;

(Στον Κώστα. Και στον Tόλη)