Wednesday, December 8

Ταξίδι: Προσοχή…στον πίνακα (Μέρος Δεύτερο)

Η θεία σίγουρα άλλαξε μερικά αεροπλάνα μέχρι να φτάσει στη Βενεζουέλα.  Κι όταν έφτασε και ξεκίνησε τη νέα της ζωή και ξεμπέρδεψε με τον τραχανά της που είχε μοιράσει σε σακουλάκια για να προσφέρει στον εαυτό της  μικρές δόσεις ανάμνησης από την πατρίδα, έγινε μια κυρία με απρόσμενη ιδιότητα. Ο σύζυγός της είχε μια βιομηχανική μονάδα κατασκευής παπουτσιών και ένα κατάστημα σε κεντρικό δρόμο της πόλης. Την καλοτυχία της την συζητούσαν με υπερηφάνεια οι γονείς μου συχνά.

Δε μου έκανε εντύπωση ποτέ η ύπαρξη του εργοστασίου ούτε τα λεφτά της θείας. Ούτε καν εκείνα τα υπέροχα,  περιποιημένα λουστρίνια με το λουράκι που έστελνε σε μένα και τις αδελφές μου τα Χριστούγεννα. Εκείνες, τα έπιαναν έτσι τα γύριζαν τούμπα, τα δοκίμαζαν η μία στην άλλη. Εγώ τα κρατούσα στα χέρια μου με ανάμεικτα συναισθήματα.  Προσπαθούσα να φανταστώ την πόλη στην οποία φτιάχτηκαν και κυρίως πώς μπήκαν στο κουτί κι έφτασαν ως εμένα! Κρατούσα το παπούτσι μου, νούμερο 31, ακριβώς μπροστά στα μάτια μου σαν αυτοκινητάκι το οποίο κυκλοφορούσε πάνω στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο που βρισκόταν το μαγαζί της θείας.  Δίπλα του, περνούσαν άντρες με καπέλα, κυρίες με ταγέρ και τσάντα ασορτί και  στέκονταν μπροστά στην βιτρίνα.  Στη συνέχεια, έμπαιναν μέσα  – μια πωλήτρια τους άνοιγε την πόρτα –  ενώ η θεία πίσω από το ταμείο τους χαμογελούσε κι έλεγχε την πορεία της πώλησης. 

Στα χρόνια της παραμονής της εκεί, η θεία έστελνε συχνά κάρτες που όταν έπαυαν  πια να τις ξαναδιαβάζουν οι υπόλοιποι, τις έχωνα κάτω από το μαξιλάρι μου. Δεν έστελνε στις γιορτές μόνο δώρα η θεία αλλά τα συνόδευε και με ηχογραφημένες κασέτες. Συγκεντρωνόμασταν ευλαβικά γύρω από το τραπέζι, τοποθετούσε ο πατέρας μου την κασέτα στο μικρό κασετόφωνο, έβαζε ένα ποτήρι κρασί και ακούγαμε έτσι τα νέα της,  από την ίδια τη φωνή της! Μια φορά είπε κάτι που  γούρλωσα τα μάτια μου και δεν μπόρεσα να κρύψω την έκπληξή μου: ότι  τα σαββατοκύριακα έπαιρναν το υδροπλάνο και πήγαιναν για μπάνιο σε κάτι Πουέρτο τέτοιο, Πουέρτο άλλο. Κι άλλα αεροπλάνα! Κι άλλο ταξίδι! Στη συνέχεια, ο πατέρας έπαιρνε το μικρόφωνο και ηχογραφούσε τα δικά μας νέα. Όταν έφτανε η σειρά μου να μιλήσω, ένα περίεργο πράγμα! πάλι κοιτούσα ψηλά και δεν έβγαζα λέξη.

Η θεία ερχόταν κάθε δύο χρόνια στην Ελλάδα, πάντα η ίδια, φορτωμένη δώρα και ιστορίες να αφηγηθεί σε εκείνα τα ατέλειωτα τραπέζια που κάναμε προς τιμήν της. Ενώ εκείνη παίνευε το πόσο έχω μεγαλώσει και με κανάκευε στα γόνατά της, εγώ προτιμούσα να κρύβομαι  πίσω από την μισάνοιχτη πόρτα της τραπεζαρίας και να την παρατηρώ, ειδικά τη στιγμή που πρόφερε κι άλλες περίεργες λέξεις όπως ιντερναθιονάλε, αεροποουέρτo και άλλα.  Ήθελα τόσα να τη ρωτήσω αλλά ποιός θα έδινε σημασία σε ένα παιδί που δεν πρόσεχε ποτέ στον πίνακα! Ναι ήταν μπροστά μου εκείνη! Εκείνη που είχε δει από ψηλά τον κόσμο, που πετούσε μέσα στα σύννεφα και δεν χρειαζόταν να στραβολαιμιάσει σαν εμένα.  Η θεία από το Καράκας ήταν το ίνδαλμά μου, η Εβίτα Περόν μου, η Μέριλιν Μονρό μου. Αυτές κάπου τις είχα ακούσει, αλλά για μένα είχαν κάτι κοινό μεταξύ τους: το Ρ!

Ο πίνακας της τάξης μου ήταν ένα άγραφο χαρτί, από όποια μεριά κι αν τον κοιτούσα δεν έβρισκα τίποτα ενδιαφέρον πάνω του. Εκτός από μια φορά, που σάστισε μαζί μου όλη η τάξη.  Στο μάθημα της γεωγραφίας, η δασκάλα μας ζήτησε να πούμε και εκείνη έγραφε στον πίνακα πρωτεύουσες και χώρες που γνωρίζουμε. Αφού άκουσα το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Ρώμη, τη Μαδρίτη, την Αθήνα  περισσότερο από τρεις φορές από τα στόματα των συμμαθητών μου κι όταν νόμισα ότι είχε ειπωθεί ό,τι ήταν να ειπωθεί, είπα με δυνατή και σίγουρη φωνή: Βενεζουέλα, πρωτεύουσα το Καράκας.  Η διπλανή μου, γύρισε και με κοίταξε με αυστηρή ματιά σα να είχα ξεστομίσει μια βρισιά ενώ η δασκάλα μου χαμογέλασε και διέκρινα στο βλέμμα της θαυμασμό αλλά και ανακούφιση που επιτέλους της είχα προσφέρει κάτι να πιαστεί για να με βαθμολογήσει με ένα 8 στο μάθημα της Γεωγραφίας.

Δεν πήγα ποτέ στο Καράκας. Αφότου επέστρεψε για πάντα η θεία στην πατρίδα δε θέλησα να επισκεφτώ το μέρος αυτό. Σε εκείνη οφείλω δυο πράγματα: τη δύναμη να αντισταθώ σε όσους πίστευαν ότι το μόνο ταξίδι που θα μπορούσα να κάνω στη ζωή μου ήταν μέχρι το χωριό μου αλλά και την πίστη στον εαυτό μου πως για να ταξιδέψω δε χρειάζομαι τη βοήθεια κανενός. Σαράντα εννιά φορές. Ως τώρα.

Ας αρχίσουμε λοιπόν…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Διαβάστε το πρώτο μέρος της ταξιδιωτικής ιστορίας εδώ!