Περιβαλλοντική αδειοδότηση: Μια συνέντευξη με τον δικηγόρο Δρ Παναγιώτη Γαλάνη

Η σημερινή συνέντευξη γίνεται επ’ αφορμή της κυκλοφορίας του νέου βιβλίο του Δικηγόρου και Διδάκτορα Νομικής, κ. Παναγιώτη Γαλάνη, με τίτλο «Περιβαλλοντική Εκτίμηση και Αδειοδότηση – Μια μεταβαλλόμενη γεωμετρία» από τις εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη (2022). Ο κ. Γαλάνης, που δικηγορεί στον τομέα του Περιβαλλοντικού και Πολεοδομικού Δικαίου έχει συγγράψει και άλλα βιβλία με πιο πρόσφατα το βιβλίο του «Δημόσιο Δίκαιο της Αναδάσωσης», «Πρακτικά Θέματα Γενικού Διοικητικού Δικαίου» και «Επιλεγμένα Πρακτικά Θέματα Συνταγματικών Δικαιωμάτων», από τις εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη.

  • Αγαπητέ κ. Γαλάνη, για άλλη μια φορά έχουμε τη χαρά να συναντιόμαστε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συνέντευξης και να μιλάμε για το νέο σας πόνημα. Είστε πράγματι πολυγραφότατος! Για πείτε μας, λοιπόν, πώς εκπονήσατε ένα έργο τέτοιου βεληνεκούς; Και μόνο η οργάνωση της ύλης του τομέα φαίνεται χαώδης! Κυρίως, ποιες πτυχές της διαδικασίας προσεγγίζετε;

            Δική μου η τιμή να παραδίδω συνέντευξη για ακόμα μία φορά στο φιλόξενο περιοδικό σας. Με χαροποιείτε με τα ωραία σας λόγια.

            Θα περάσω, λοιπόν, κατευθείαν στο περιεχόμενο του βιβλίου και στον τρόπο με το οποίο το συνέγραψα. Πράγματι, η συγκέντρωση και συστηματοποίηση του υλικού για ένα τέτοιο εγχείρημα πραγματικά αποτέλεσε για εμένα έναν μικρό «άθλο». Τόσο γιατί η περισσότερη βιβλιογραφία που χρησιμοποίησα αντλήθηκε από την ξενόγλωσση βιβλιοπαραγωγή, όσο και διότι ο τομέας αυτός αποτελεί την «καρδιά» του Δικαίου του Περιβάλλοντος, έχοντας πολλαπλές διαστάσεις, τόσο στο ενωσιακό, όσο και στο εθνικό Δίκαιο. Η περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων και η εκτίμηση των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον, αντικείμενο της μονογραφίας, αποτελεί κλάδο πολύπλοκο και σύνθετο, με χαρακτηριστικά του την ενωσιακή και διεθνή του σφραγίδα, τον τεχνικό χαρακτήρα του, την πολυεπίπεδη νομολογιακή του επεξεργασία, την πυκνή νομοθετική του κατάστρωση, τη συμμετοχική του διάσταση, την ιδεολογική του προσέγγιση κλπ.

Ως άξονές του προεχόντως επιλέγει την Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ), τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), τη Στρατηγική Εκτίμηση (ΣΠΕ) και τη Δέουσα Εκτίμηση, υπό το πρίσμα ενός δικαϊκού πλαισίου που συνιστά μία σύνθετη «μεταβαλλόμενη γεωμετρία».

Όπως διαβάζουμε και στον πρόλογο: «Εν προκειμένω, στο βιβλίο αναπτύσσεται το σχετικό πλαίσιο για τα τρία ειδικότερα εργαλεία εκτίμησης, τα οποία συγκροτούν το πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης τόσο σε ενωσιακό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Eπιπροσθέτως, η ανάλυση θεμελιώνεται και στην νομολογιακή αντιμετώπιση των εν λόγω ζητημάτων από τα ενωσιακά όσο και από τα εθνικά δικαστήρια. Ειδικότερα, σε εθνικό επίπεδο αναλύεται η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ανά κατηγορία έργων και δραστηριοτήτων. Η ανάλυση επεκτείνεται επίσης στα ζητήματα της συμμετοχής του κοινού και του δικαστικού ελέγχου, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα με την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Ως εκ τούτου, το εν λόγω βιβλίο έχει, εκτός από μια θεωρητική, και μια πρακτική διάσταση. Επιπροσθέτως, θέτει και το πλαίσιο για την ανάπτυξη συγκεκριμένων προβληματισμών και την προώθηση του επιστημονικού διαλόγου για το κομβικό ζήτημα της αποτελεσματικότητας του θεσμικού πλαισίου της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, υπό το πρίσμα και της συμβατότητάς του με το ενωσιακό δίκαιο».

            Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να ευχαριστήσω εγκάρδια τις καθηγήτριες κ.κ. Θ. Αντωνίου (για τη φιλοξενία) και Β. Καραγεώργου (για τον πρόλογο και τα γόνιμα σχόλιά της), χωρίς τις οποίες δεν θα ήταν δυνατό να εκπονηθεί το παραπάνω βιβλίο.

            Η μεθοδολογία συγγραφής του περιλαμβάνει εξονυχιστική μελέτη του εθνικού πλαισίου της αδειοδότησης (νόμοι, διοικητικές πράξεις, δικαστικές αποφάσεις, βιβλιογραφία, σχολιασμένη νομολογία κλπ.), όπως και του ενωσιακού (ξενόγλωσση βιβλιογραφία) και ύστερα τη διαμόρφωση ενός καταλόγου θεμάτων που αναπτύχθηκαν στο παρόν. Μετά, στις ατέλειωτες κυριολεκτικά ώρες συγγραφής, όλα αυτά συγκεντρώθηκαν ανά κεφάλαιο και αναπτύχθηκαν κατά το δυνατό ισορροπώντας τη θεωρία με τη νομική πράξη. Στο τέλος του βιβλίου, τα συμπεράσματα περιλαμβάνουν τη σύνοψη όσων ειπώθηκαν, αλλά κυρίως θέτουν ανοιχτά ερωτήματα για μελλοντική έρευνα.

  • Πώς αποφασίσατε να γράψετε ένα βιβλίο ειδικά για την περιβαλλοντική αδειοδότηση; Ήταν απόρροια δικηγορικού ενδιαφέροντος ή ακαδημαϊκής ενασχόλησης;

Η μονογραφία αυτή «Περιβαλλοντική Εκτίμηση και Αδειοδότηση – Μια μεταβαλλόμενη γεωμετρία» είναι καρπός πολυετούς έρευνας, συγγραφής και πρακτικής δικηγορίας μου στον τομέα της περιβαλλοντικής αδειοδότησης.

Πρώτη φορά ασχολήθηκα ακαδημαϊκά και συστηματικά με την περιβαλλοντική αδειοδότηση στο πλαίσιο των σεμιναρίων μου για το ίδρυμα Τσάτσου με θέμα την «Περιβαλλοντική Αδειοδότηση: Εθνικό και Ενωσιακό Πλαίσιο» και «Περιβαλλοντική Αδειοδότηση (ειδικά θέματα) και ειδικά ζητήματα περιβαλλοντικής νομοθεσίας». Οι παρακολουθούντες τα σεμινάρια είναι κυρίως νομικοί/δικηγόροι και μηχανικοί.

Παράλληλα, σε επίπεδο πράξης έχω υποστηρίξει πληθώρα δικηγορικών υποθέσεων αρχικά σε συμβουλευτικό επίπεδο (π.χ. συμβουλευτική περιβαλλοντικής αδειοδότησης, Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, παραστάσεις στο ΚΕΣΠΑ κλπ.), μεγάλων εταιρειών που αναλαμβάνουν πάσης φύσεως έργα (π.χ. ενεργειακά, λατομεία, υδατοκαλλιέργειες, κεραίες κινητής τηλεφωνίας κλπ.), με τη συγγραφή εξειδικευμένων γνωμοδοτήσεων κλπ. Όμως και σε επίπεδο μάχιμης διοικητικής δικηγορίας, έχω συγγράψει και υπογράψει αρκετές αιτήσεις ακυρώσεως στο Ε’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας (αρμόδιο για τα περιβαλλοντικά ζητήματα), για μεγάλα έργα που είτε θεωρήθηκε από τους αιτούντες πως έθιγαν το περιβάλλον τους είτε υποστηρίζοντας τους επενδυτές τους να τα υλοποιήσουν. Τέλος, έχω ασκήσει τον κλάδο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης και ενώπιον της Επιτροπής Αναστολών του ίδιου δικαστηρίου, για τη χορήγηση προσωρινής δικαστικής προστασίας, σε περιπτώσεις έργων που αναμένεται ότι θα θίξουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων των διαδίκων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κίνητρό μου πριν συγγράψω ήταν η συστηματοποίηση αυτής της αχανούς γνώσης σε έναν τόμο που θα βελτιώνεται συν τω χρόνω και μάλιστα θα επικαιροποιείται σε μία τακτική βάση. Κάνουμε λόγο για έναν κλάδο που μεταβάλλεται ταχύτατα, σε καθημερινή βάση. Ακόμα και αυτή τη στιγμή που μιλάμε, ψηφίστηκε νόμος για την απλοποίηση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ο οποίος μάλιστα έχει περιληφθεί στο βιβλίο.

  • Άρα, το βιβλίο έχει έναν διπλό στόχο, ως προς το αναγνωστικό του κοινό, όπως το αντιλαμβάνομαι;

Ακριβώς. Το βιβλίο φιλοδοξεί να προσεγγίσει αναλυτικά, διεισδυτικά, αλλά και κριτικά το εθνικό, ενωσιακό και διεθνές δίκαιο της περιβαλλοντικής εκτίμησης και αδειοδότησης και αφορά τόσο τον νομικό της θεωρίας, όσο και αυτόν της πράξης, αλλά και κάθε άλλη σχετική ειδικότητα του τομέα. Γράφεται για τον αναγνώστη – θεωρητικό του κλάδου, αλλά και για τον δικηγόρο και νομικό σύμβουλο και τον δικαστή, αλλά και εν γένει όλα τα νομικά επαγγέλματα. Τέλος, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε ότι γράφεται και για άλλους τομείς, όπως τους μηχανικούς ή την περιβαλλοντική διοίκηση.

  • Θα θέλατε να μας επιλέξετε ένα ζήτημα που αναδεικνύει πρωτίστως το βιβλίο σας ενδεικτικά;

            Για εμένα, το πιο ενδιαφέρον τμήμα του βιβλίου είναι τα συμπεράσματά του. Σε αυτά προσπάθησα να συνοψίσω όσα εξονυχιστικά και αρκετά τεχνοκρατικά εξετάστηκαν στο βιβλίο. Ας επιλέξω, λοιπόν, το πρόβλημα της επιστημονικής πρωταρχίας στο δίκαιο της περιβαλλοντικής εκτίμησης και αδειοδότησης και της ανάγκης διεπιστημονικής προσέγγισης των περιβαλλοντικών προκλήσεων. Η νομική αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων είναι science-driven, ήτοι προσδιορίζεται εν πολλοίς από τον επιστημονικό διάλογο και αντίλογο. Κυρίως, τούτο γίνεται αντιληπτό στο πεδίο της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, όπου ακριβώς η παντοιοτρόπως λήψη μέτρων για την ανάσχεσή της δύναται να καταστεί επιβλαβής μελλοντικά τόσο για την οικονομία, όσο και για το ίδιο το κλίμα, αν δεν υπόκειται σε συνεχή, κατάλληλη αναθεώρηση. Παρατίθεται εδώ ένα παράδειγμα από το πεδίο της Δέουσας Εκτίμησης, για να γίνουν πιο αντιληπτά τα παραπάνω.  Στο πεδίο της Δέουσας Εκτίμησης, φαίνεται πως η θεωρία και νομολογία προσανατολίζονται στην αποφυγή «λαθών τύπου ΙΙ», πλην, όμως, οι επιλογές τελικά αυτές είναι ρευστές, εξαρτώμενες από αξιακές προτεραιότητες και στοχεύσεις και από πολιτικές συγκυρίες. H νομολογιακή αυτή προτίμηση συναρτάται με τη βασική παραδοχή πως η αποφυγή των «λαθών τύπου ΙΙ» είναι ωφέλιμη για την αναδιανομή κινδύνων και ωφελειών. Η χρησιμοποίηση των διεπιστημονικών εργαλείων στον τομέα του Δικαίου Περιβάλλοντος κρίνεται επιβεβλημένη, διότι:

  1. «Φωτίζει» πολύπλευρα την ερμηνεία πολλών ασαφών και λεπτομερειακών διατάξεών του
  2. Μεταθέτει την επίλυση πολλών σύνθετων νομικών προβλημάτων στον επιστήμονα
  3. Υπογραμμίζει και ανυψώνει πληρέστερα το έργο του ίδιου του νομικού, που δεν επεκτείνεται σε εκφορά επιστημονικών κρίσεων, αλλά αποσαφηνίζεται το ακριβές πεδίο δράσης του
  4. Επιτυγχάνει, καθώς φαίνεται, ευχερέστερα το περιβαλλοντικό έργο της «πράσινης μετάβασης», σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο, παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.
  • Στη συζήτησή μας θα ήθελα να προσθέσω μια ακόμη παράμετρο: ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τη μεταβολή του νομικού πλαισίου της περιβαλλοντικής αδειοδότησης;

            Ευχαριστώ που το θέτετε. Πράγματι, δεν υπάρχει μονοσήμαντη απάντηση στο ερώτημα αυτό. Καταλαβαίνετε πως η πολιτικοοικονομική και κοινωνική συγκυρία διαδραματίζουν καίριο ρόλο (βλέπετε πώς για παράδειγμα η γεωπολιτική μεταβολή επηρεάζει την στροφή στην πράσινη ενέργεια!), όπως και η ιδεολογική συνιστώσα. Αλλά, θεωρώ καίρια την επιρροή που ασκεί η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας στην περιβαλλοντική αδειοδότηση. Όσο η τεχνολογία συντείνει στον περιορισμό των περιβαλλοντικών βλαβών και στην ανίχνευση των πιθανών αρνητικών επιπτώσεων εκ των προτέρων, τόσο πιο αποτελεσματική, ταχύτερη και ουσιαστικότερη θα καταστεί η όλη περιβαλλοντική αδειοδότηση.

  • Θα θέλατε να παραθέσετε μια τελευταία φράση που για σας χαρακτηρίζει όλο το βιβλίο;

            Νομίζω πως και μόνο ο υπότιτλος «μεταβαλλόμενη γεωμετρία» περιγράφει εναργώς και συνοψίζει το περιεχόμενο του βιβλίου. Γιατί, όμως, «γεωμετρία» και γιατί «μεταβαλλόμενη»; Η γεωμετρία αποτελεί τη μελέτη των χωρικών σχέσεων και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως το Δίκαιο Περιβάλλοντος, μολονότι δεν ταυτίζεται με τον χώρο, καθώς είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτόν, εντούτοις προϋποθέτει τον χώρο (το «περι-βάλλον»). Τέλος, η «μεταβαλλόμενη» παραπέμπει στην αδιάλειπτη μεταβολή κατά ποσότητα και ποιότητα της νομοθεσίας και νομολογίας (εθνικής και ενωσιακής) της περιβαλλοντικής αδειοδότησης.

            Φιλοδοξώ πως η περιβαλλοντική αδειοδότηση στο μέλλον θα καταστεί από γραφειοκρατικός σκόπελος και τυπολατρική διαδικασία σε μία ουσιαστική θεσμική αλληλουχία ενεργειών με άξονα τη βιώσιμη ανάπτυξη και την ισόρροπη στάθμιση των αντιμαχόμενων αγαθών.

Links