Στην εποχή του Καποδίστρια μας μεταφέρει με πολύ ατμοσφαιρικό τρόπο ο συγγραφέας Άρης Σφακιανάκης και μας μιλά για τον Έλληνα διπλωμάτη και πολιτικό, για τις αναλογίες με το σήμερα και τη συγγραφή.

Έχοντας συμπληρώσει σχεδόν τέσσερις δεκαετίες στη συγγραφή και τη μετάφραση βιβλίων, ο Άρης Σφακιανάκης συνέγραψε ένα ιστορικό μυθιστόρημα με τίτλο ‘Η σκιά του Κυβερνήτη’ (εκδ. Κέδρος) θυμίζοντας μας γνωστές και άγνωστες πτυχές του Καποδίστρια και της Ελλάδας στον δρόμο της χώρας προς την ανεξαρτησία. Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτέλεσε και αφορμή να τον προσκαλέσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και να κάνουν μια ουσιαστική συζήτηση γύρω από τη σύγχρονη πολιτική σκηνή.

«Η μετακόμιση μου άνοιξε ένα μονοπάτι στο νευρωνικό δίκτυο του εγκεφάλου μου, το οποίο με οδήγησε σε αυτούς τους δρόμους της ελληνικής επανάστασης, με έκανε να διαβάσω απίστευτα βιβλία που έχουν γράψει αυτοί οι άνθρωποι που αποτέλεσαν μέρος της και το χέρι μου πήγε αυτόματα» μας εξηγεί ο συγγραφέας καθώς καθοριστικό παράγοντα για να πάρει το έναυσμα ήταν η οδός του νέου του σπιτιού.

Για όλα τα βιβλία που έχει γράψει μέχρι σήμερα, το έναυσμα ήταν τυχαίο: «Μέχρι και πριν το προηγούμενο βιβλίο, που ήταν επίσης ιστορικό (Έξοδος, 2016, Κέδρος), αυτά που μου έδιναν το έναυσμα να γράψω ήταν εξίσου τυχαία περιστατικά με την έννοια ότι γνώριζα κάποια γυναίκα, με έβαζε σε ένα τριπ και έγραφα για αυτήν. Έγραφα τις περιπέτειες μου στον κόσμο των γυναικών με πιο διαβασμένο το βιβλίο που είχε να κάνει με μια γυναίκα που μου έφερε και μια κόρη στον πλανήτη» αναφέρει. Άλλωστε, όπως μας λέει «δεν βάζω κάποιο σχέδιο, το σχέδιο έρχεται και με βρίσκει».

Σχολιάζοντας αυτή τη στροφή στο ιστορικό μυθιστόρημα και έχοντας προηγηθεί ένα βιβλίο για την Έξοδο του Μεσολογγίου, τον ρωτάμε γιατί καταπιάνεται γενικότερα με θέματα της ιστορίας που δεν έχουμε διδαχθεί επαρκώς στα σχολεία: «Αν σκεφτεί κανείς αυτά τα τετρακόσια χρόνια τι αθηρωματική πλάκα μπορούν να χτίσουν στις φλέβες ενός έθνους καταλαβαίνεις ότι χρειάζονται ίσως κάποιες τονωτικές ενέσεις που θα εμπεριέχουν πολύ μεγάλη δόση ηρωισμού και μικρότερη δόση αυθεντικής ιστορίας, αλλά αυτό συμβαίνει σε όλους τους λαούς. Το μεγάλο μας δράμα στην εκπαίδευση – που ήταν και το πρώτο μέλημα του Καποδίστρια, καθώς πίστευε ότι χωρίς αυτήν δεν θα πηγαίναμε πουθενά και δυστυχώς απεδείχθη – είναι ότι δεν φροντίζει να μας δώσει ερεθίσματα. Το σημαντικότερο είναι ότι δεν κατάφερε ποτέ να μας δώσει η εκπαίδευση τη φιλοπερίεργη εκείνη διάθεση που θα μας οδηγήσει να διαβάσουμε αυτό για το οποίο επαιρόμαστε, δηλαδή, την καταγωγή μας» επισημαίνει. «Υπάρχουν κείμενα απίστευτης αναγνωστικής απόλαυσης τα οποία περάσαμε μέσα από τα σχολεία σαν τα καυδιανά δίκρανα, δηλαδή σαν να είμαστε αιχμάλωτοι και μας περνούσαν από την πύλη για να δηλώσουμε την αιχμαλωσία μας. Δεν μπορούσαμε να αντλήσουμε την απόλαυση αυτών των κειμένων και τα μισήσαμε» συμπεραίνει.

Ο Καποδίστριας ως λυτρωτής του Έθνους

Στον Καποδίστρια ξεχώρισε «την απόλυτη σχεδόν μοναστικού χαρακτήρα αφοσίωση του στο όραμα που είχε για μια Ελλάδα, που θα οδηγούνταν να γίνει ένα κυρίαρχο κράτος» επισημαίνει για να συμπληρώσει ότι «εκείνος προσπάθησε απομονωμένος από φίλους,

χωρίς τον μεγάλο έρωτα της ζωής του κοντά του που έμενε στη Ρωσία. Σαν ένας μοναχικός καβαλάρης που προσπαθούσε την έρημο, που ήταν εκείνη την εποχή η χώρα, να τη ξαναφυτέψει με καινούριες ιδέες και θεσμούς. Ίδρυσε σχολεία, το πρώτο ορφανοτροφείο στην Αίγινα, έκοψε νόμισμα… Κάποια στιγμή ήρθε ένας Γάλλος πρόξενος και του είπε ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα με αυτούς τους ανθρώπους. Του απάντησε, λοιπόν, ο Καποδίστριας ότι με ‘αυτόν τον πηλό που έχω θα φτιάξω κανάτια’».

Ποιο στοιχείο του Καποδίστρια λείπει σήμερα περισσότερο; «Αυτός ήρθε εδώ σαν λυτρωτής, σαν μεσσίας. Δεν έχουμε την τελευταία δεκαετία τέτοιους ανθρώπους πολιτικούς που να στηριζόμαστε πάνω τους σαν να είναι μεσσίες, που θα μας παρασύρουν σε ένα όραμα. Το όραμα του Καποδίστρια ήταν πραγματικό αν τον βοηθούσαν και τον άφηναν να το ολοκληρώσει» τονίζει ενώ πιστεύει ότι σήμερα χρειαζόμαστε περισσότερο «ένα όραμα ψυχής που να κινεί τον εσώτερο εαυτό μας».

Σε μια εποχή που ο λαϊκισμός θριαμβεύει αυτό που μπορεί να μας φανεί χρήσιμο από τον Καποδίστρια είναι ότι πίστευε πολύ και στη συμμετοχή των ίδιων των πολιτών: «Ο Καποδίστριας είπε να συμμετέχεις και εσύ, να βάλεις ένα χεράκι. Δεν γίνεται να φτιαχτεί αυτός ο τόπος χωρίς να ανασκουμπωθούμε κι εμείς». Στο συμπέρασμα που καταλήγει είναι πως «αν ασχολούταν με το θέμα σήμερα ο Καποδίστριας, θα πρέπει να ήταν βαθιά αυτοκαταστροφικός.

Το ιστορικό μυθιστόρημα

Βεβαίως, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αύξηση των ιστορικών μυθιστορημάτων: «Αφού περάσαμε τις δεκαετίες μετά το ’80, που αρχίσαμε να ασχολούμαστε πολύ με τον εαυτό μας ίσως να έχει ανάγκη ο κόσμος από μια αλλαγή. Αυτό βοηθάει, εφόσον το σχολείο δεν μπορεί να μας κάνει αυτό το καλό, να μάθουμε κάποια πράγματα για τον τόπο. Και ίσως αυτό να είναι ένα σκαλοπάτι να πάμε ακόμη πιο βαθιά, να ψάξουμε περισσότερα έργα μόνοι μας». Ο Άρης Σφακιανάκης, πάντως, εξομολογείται ότι δεν διαβάζει ιστορικά μυθιστορήματα γιατί απολαμβάνει περισσότερο να μελετά τις αρχικές πηγές. Ωστόσο, μέσα από την ενασχόληση του με τη συγγραφή τους θέλει να επιστρέψει πίσω το καλό που του χάρισε ο τόπος που ζει, η πατρίδα του: «Ήθελα να έχω την αίσθηση ότι έχω κάνει και εγώ κάτι για αυτόν τον τόπο αφού δεν ασχολήθηκα ποτέ με την πολιτική. Μήπως έτσι κάνοντας ένα-δυο ανθρώπους να διαβάσουν και να μπορέσουν να είναι πιο ανοιχτοί στον κόσμο και να δουν με άλλο βλέμμα κάποια πράγματα, μήπως έτσι βοηθούσα…» καταλήγει.

Η συνέντευξη μας δημοσιεύτηκε στο Κυριακάτικο Φύλλο της Εφημερίδας “Μακεδονία” στις 29/12/19