Ο Αύγουστος Κορτώ κουβεντιάζει για το φως μέσα στο σκοτάδι της κατάθλιψης και μιλά για την ‘’καλύτερη χειρότερη μέρα της ζωής του’’, το νέο του βιβλίο.

Συγγραφέας, μεταφραστής, ακτιβιστής, ο Αύγουστος Κορτώ, έχει πλέον καθιερωθεί στο αναγνωστικό κοινό έπειτα από 21 συναπτά έτη στη λογοτεχνία και περισσότερα από τριάντα βιβλία. Απόλυτα δημιουργικός και ειλικρινής μοιράζεται με το κοινό του μέσα από τα έργα του αλλά και τα Social Media τις δικές του μάχες, όπως αυτή της κατάθλιψης αλλά και τις δικές του νίκες, όπως αυτή του να ζει ελεύθερος χωρίς φόβο και προκαταλήψεις.

Στα θέματα για τα οποία γράφει θα βρει κανείς τη μητρότητα, την αγάπη, αλλά και τον θάνατο και την κατάθλιψη. Μεγάλο ρόλο στη ζωή του καθώς και σημαντική επιρροή αποτέλεσε η αυτοκτονία της μητέρας του, που από τη στιγμή που την αποτύπωσε στο «Βιβλίο της Κατερίνας», έκανε τον κόσμο να του δώσει τόσο μεγάλη αγάπη που ακόμη και η μεταφορά του στο θέατρο έτυχε θερμής υποδοχής και υποστήριξης.

Τόσο το βιβλίο αυτό, όσο και το τελευταίο του «Η καλύτερη χειρότερη μέρα της ζωής σου» (εκδόσεις Πατάκη) ανήκουν στην κατηγορία των πιο εσωτερικών και αυτοβιογραφικών του έργων. Αυτή τη φορά δημιουργεί ένα δοκίμιο για την κατάθλιψη, γραμμένο ακριβώς από κάποιον που ζει μαζί με αυτήν εδώ και χρόνια. Άλλωστε, πολύ γρήγορα, από την αρχή του βιβλίου, εκμυστηρεύεται δανειζόμενος το ρητό του Ζακ Πρεβέρ ότι τέτοια είναι η ‘’φτιαξιά’’ του. Ένα βιβλίο που θα λέγαμε ότι απευθύνεται σε όσους αντιμετωπίζουν αντίστοιχα προβλήματα στη ζωή τους, σε όσους μπορεί να έχουν συμπτώματα κατάθλιψης και να μη μπορούν ή να μη θέλουν να το αναγνωρίσουν, σε ανθρώπους που έχουν στο περιβάλλον τους άτομα με αντίστοιχα νοσήματα αλλά και σε ανθρώπους που θέλουν να μπουν στη διαδικασία να κατανοήσουν όσους ταλαιπωρούνται από αυτά.


Το γράψιμο είναι μια διαρκής βουτιά στον εαυτό

Ο Κορτώ, καταφέρνει για μια ακόμη φορά να βγάλει μέχρι και χιούμορ μέσα από δύσκολες προσωπικές του στιγμές, να φέρει στο φως σκηνές που μπορεί να πρωταγωνιστεί ένας δικός σου άνθρωπος και να μην το γνωρίζεις, να προσθέσει ένα λιθαράκι στον αγώνα ενάντια στο στίγμα. Μέσα στο σκοτάδι της νόσου θα προσπαθήσει να βρει τη χαραμάδα της ελπίδας γιατί όπως σημειώνει και στο βιβλίο του «είμαστε φτιαγμένοι για καλύτερες μέρες».

«Το ζόρι είναι ο πόνος όταν τον ζεις – εκ των υστέρων, όσο κι αν σε αγριεύει η αναψηλάφηση, το αποτέλεσμα είναι πάντα θετικό: θυμίζεις στον εαυτό σου το ταπεινό θαύμα της επιβίωσης. Όσο για το γράψιμο, ό,τι είδος γραφής κι αν σε κατέχει, είναι μια διαρκής βουτιά στον εαυτό, και σε βοηθά, μαζί με τις ιστορίες που πλάθεις, να ανασύρεις τη μυστική ζωή σου στο φως».

Το βιβλίο ξεκινά με την τέταρτη απόπειρα αυτοκτονίας του πριν από δυο έτη περιγράφοντας τη χειρότερη μέρα της ζωής του. Μια σκοτεινή ημέρα που ίσως, όμως, αποτελεί άλλη μια ευκαιρία για να έρθει το φως: «Η δυνατότητα της ίασης, που περιέχει κάθε καταθλιπτικός – κι ας μην το πιστεύει – είναι η αχτίδα φωτός που χρειάζεται για να κινήσει στον δρόμο της θεραπείας. Η ανάγκη μας, η λαχτάρα να γίνουμε καλά, η συνεχής επωδός του αρρώστου – “Πότε θα γίνω καλά;” – είναι τα φωτεινά, άσβεστα κομμάτια του ψυχισμού» τονίζει.

Όλα αυτά τα χρόνια, όμως, που αντιμετωπίζει το τέρας της κατάθλιψης, έχει μια σημαντική ασπίδα εναντίον της που δεν είναι άλλη από τη φαντασία του και την τάση του να γράφει και να μεγαλώνει την παρέα των αναγνωστών του. Τι έχει κερδίσει αυτά τα 21 χρόνια που είναι στη συγγραφή; «Μου έδωσαν πολλές χαρές, αμέτρητες αποδράσεις, ήταν και είναι η καθημερινή παρέα μου, το παιχνίδι που επινοώ και παίζω με δικούς μου όρους, χωρίς σωστό και λάθος. Δεν θα το άλλαζα με τίποτα» εξηγεί.

«Δεν γνωριζόμαστε, αλλά σε ξέρω» δηλώνει στο βιβλίο του απευθυνόμενος στους αναγνώστες που μπορεί να βλέπουν κομμάτια και του δικού τους εαυτού. Προσπαθεί να επιφέρει, άλλωστε, μέσα από τη δική του ιστορία μια αλλαγή στη ζωή τους: «Αν οι αναγνώστες αισθανθούν λιγότερο μόνοι στον αγώνα τους, αν αποκομίσουν έστω και μια σπίθα ελπίδας, θα είμαι ευτυχής. Μοιάζουμε, άλλωστε – σχεδόν σαν αδέλφια» επισημαίνει.

Κλείνοντας, ήταν αναπόφευκτο να μην αναφερθούμε και στις δύσκολες μέρες που περνά όλη η κοινωνία εν μέσω της πανδημίας. Ο εγκλεισμός έχει ταλαιπωρήσει και τους πλέον υγιείς ανθρώπους. Πώς βιώνει, όμως, ένας άνθρωπος με κατάθλιψη μια τέτοια κατάσταση; «Ο ζόφος της πανδημίας σαφώς κι επιβάρυνε – κι εξακολουθεί να επιβαρύνει – ακόμα και τους πλέον εύρωστους ψυχισμούς. Για τον καταθλιπτικό, το κλίμα του διάχυτου κινδύνου, η απομόνωση, η αβεβαιότητα, είναι επιπλέον βάρη στη μάχη που δίνει. Αλλά η φθαρτότητα, η θνητότητα, δεν είναι οι μόνες δυνάμεις που κυβερνούν τη ζωή μας. Και στα πηχτότερα σκοτάδια της ιστορίας, οι άνθρωποι ήλπιζαν, ονειρεύονταν, ζούσαν» αναφέρει για να καταλήξει στο συμπέρασμα που όλοι πρέπει να κρατήσουμε, ότι «η ζωή, και πάλι – χάρη στην επιστήμη και την αλληλεγγύη – θα νικήσει…».


Αύγουστος Κορτώ, Η καλύτερη χειρότερη μέρα της ζωής σου, Εκδόσεις Πατάκη, 2020.

Η συζήτηση μας αυτή δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Μακεδονία στις 8/11/20.