Ο συγγραφέας μας μιλά με αφορμή το νέο του αστυνομικό μυθιστόρημα και εξηγεί γιατί η τέχνη αποτελεί το αντίδοτο στη δύσκολη καθημερινότητα.

Συνθέτης, ερμηνευτής και πρόσφατα συγγραφέας, ο Γιώργος Οικονόμου, αγαπά να καταπιάνεται με τις τέχνες και είναι από τους ανθρώπους που «δεν ζεσταίνουν την καρέκλα» όπως μας λέει χαρακτηριστικά. Πρόσφατα, κυκλοφόρησε το δεύτερο αστυνομικό του βιβλίο, «Ο Παπαγάλος Πέταξε» (εκδόσεις Κέδρος), στο οποίο ο ντεντέκτιβ Φάνης Ντούρος αναλαμβάνει την υπόθεση μιας αυτοκτονίας στη Θεσσαλονίκη. «Ένιωσα ότι μπορώ να γράψω αστυνομικό μυθιστόρημα για δυο λόγους. Αφενός γιατί μου αρέσει να διαβάζω αστυνομική λογοτεχνία και φυσικά να βλέπω σειρές και ταινίες νουάρ, αλλά τελικά διαπίστωσα ότι το μικρόβιο μου το είχε βάλει ο καθηγητής μου στην αρχιτεκτονική, ο Πέτρος Μαρτινίδης, ο οποίος έχει μακρά πορεία στην αστυνομική λογοτεχνία» εξηγεί ο συγγραφέας.

Η ανάγκη του να γράψει άλλη μια ιστορία με τον ίδιο ντεντέκτιβ στηρίζεται στην ίδια του την προσωπικότητα. «Νομίζω έχει να κάνει με τη δική μου ιδιοσυγκρασία. Μου αρέσει να κάνω πολλά και διαφορετικά πράγματα αλλά σε κάποια θέματα προτιμώ τη σταθερότητα. Έχω σταθερούς συνεργάτες και φίλους. Όταν έστησα τον ντετέκτιβ ως χαρακτήρα φαντάστηκα το μετά. Στο πρώτο βιβλίο μου είπαν ‘πολύ φλώρος είναι’. Τον έστησα έτσι ώστε να μπορώ να τον εξελίξω στην πορεία. Σκέφτομαι μακριά. Αν τον φαντάζομαι να τον σκοτώνει κάποιος στα εξήντα του, μέχρι τότε πρέπει να ξετυλίξω ανάποδα το κουβάρι για να δω τι συνέβη στη ζωή του» αναφέρει ο κ. Οικονόμου.

Το τοπίο της Θεσσαλονίκης αποτελεί και πάλι το φόντο της ιστορίας αφού πέρα από την γενέτειρα του, είναι και μια πόλη με νουάρ στοιχεία αλλά και με πλούσια αρχιτεκτονική, που είναι και ο κλάδος στον οποίο δραστηριοποιείται επαγγελματικά. «Η Θεσσαλονίκη έχει αυτό το νουάρ στοιχείο γιατί έχει αυτήν την πολιτισμικότητα, μια πόλη που ουκ ολίγα πράγματα έχουν γραφτεί στην πεζογραφία και την ποίηση. Δημιουργεί ένα κινηματογραφικό σκηνικό και ο τρόπος που γράφω έχει μια τέτοια διάθεση. Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Νιώθω ότι ακολουθώ τον ήρωα μου μέσα στα σοκάκια της πόλης και ο τρόπος που περιγράφω την πόλη, δένει τη συνταγή».

Η μουσική σε κάθε του βιβλίο βρίσκει τον τρόπο να κάνει τη δική της εμφάνιση. Όπως μας περιγράφει: «Ο ήρωας μου είναι συλλέκτης βινυλίων κάτι που θα ήθελα κι εγώ να είμαι. Μέσα από τον ήρωα μου έχω και κάποια απωθημένα που δεν έχω για διάφορους λόγους είτε προλάβει είτε καταφέρει να κάνω». Άλλωστε, η μουσική ταιριάζει πολύ με το νουάρ στοιχείο: «Αν κλείσουμε τα μάτια και σκεφτούμε κάποιες ταινίες νουάρ το πρώτο πράγμα που ακούμε είναι ένα soundtrack νομίζω. Όλα αυτά δένουν στο δικό μου μυαλό όπως και η αρχιτεκτονική γιατί περιγράφοντας την πόλη είναι σαν να κάνω μια αφήγηση της αρχιτεκτονικής της ιστορίας, του πλούτου της ή των κακών πραγμάτων που μπορεί να δει ένας αρχιτέκτονας σε μια πόλη».

Όσον αφορά την υπόθεση του βιβλίου, ο κ. Οικονόμου μας εκμυστηρεύεται ότι «η πτώση ενός άντρα είναι κάτι το οποίο το έζησα στην Παλαιών Πατρών πριν από κάποια χρόνια. Το έκανα ιστορία, χωρίς να βασιστώ στο συγκεκριμένο γεγονός όμως. Καθώς το έστηνα έψαχνα να βρω πώς μπορεί να αρχίσει να διαχέεται μέσα στην κοινωνία ο σκοτεινός κόσμος της διαπλοκής. Μου ήρθε ένα κύκλωμα εκβιαστών και μου ήρθε αυθόρμητα μια φαρμακευτική εταιρεία. Δεν είναι πράγματα που δεν τα έχουμε ακούσει ή πέφτουμε από τα σύννεφα».

Η λογοτεχνία, άλλωστε, μπορεί να προβληματίσει και να φέρει στην επιφάνεια κοινωνικά μηνύματα καθώς είναι «ένας καθρέφτης που εύκολα μπορεί η αστυνομική λογοτεχνία να το κάνει. Σαν πλοκή πρέπει να είναι πραγματική. Είναι μυθοπλασία, αλλά απαιτεί συγκεκριμένα δεδομένα» επισημαίνει.


Η τέχνη ως αντίδοτο

Ως «ανήσυχο πνεύμα» ο ίδιος που ζει με τη δημιουργία εξηγεί γιατί η τέχνη μπορεί να αποτελέσει βάλσαμο για τον άνθρωπο ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. « Η τέχνη είναι το οξυγόνο μου. Προσπαθώ να συμβουλεύσω τους ανθρώπους που δεν έχουν την πρωτογενή δημιουργία στην καθημερινότητα τους να καταπιαστούν με κάτι. Είναι μια ανάσα! Σε σχέση με την καθημερινότητα και ακόμη περισσότερο τώρα με την καραντίνα, εγώ δεν βρίσκω διαφορά στην καθημερινότητα μου. Μπορεί ο κόσμος να μην μείνει μόνο στο να δει μια ταινία ή να διαβάσει ένα βιβλίο. Μπορεί να δημιουργήσει από το μηδέν και να τον αλλάξει αυτό σαν χαρακτήρα, να τον πάει κάποια βήματα μπροστά». Για τον ίδιο η δημιουργία, πέρα από τη συγγραφή, έρχεται πρωτίστως μέσα από τη μουσική: «Η μουσική είναι τα πάντα για μένα. Με τη μουσική επικοινωνείς, εκφράζεσαι, έχεις συναισθήματα, αγαπάς, μισείς, εξεγείρεσαι, αντιστέκεσαι…».

Όσο για τις δυσμενείς συνθήκες που επικράτησαν για τον πολιτισμό λόγω της πανδημίας αναφέρει ότι «πονάει» για τους φίλους και συνεργάτες του για να τονίσει ότι, «η τέχνη δεν είναι ούτε πολυτέλεια, ούτε αναλώσιμο. Η τέχνη και ο πολιτισμός είναι η ίδια η παιδεία». Χρησιμοποιώντας όρους της επικαιρότητας ο κ. Οικονόμου θα πει κλείνοντας: «Θεωρώ ότι έχουμε αφαιρέσει την καρδιά από κάθε άνθρωπο. Ίσως λυπηρό που το λέω αλλά είναι σαν να έχουμε όλοι διασωληνωθεί και δεν λειτουργεί το σώμα μας με την καρδιά μας, μας έχουν βάλει σε ένα μηχάνημα και μας έχουν αφαιρέσει κάτι τόσο σημαντικό, τον πολιτισμό. Η τέχνη είναι ένα αντίδοτο στην παράνοια της καθημερινότητας και της τρέλας που επικρατεί ειδικά τώρα. Θεωρώ ότι είναι ένα βάλσαμο για τον κόσμο…».

Γιώργος Οικονόμου, Ο Παπαγάλος πέταξε, Εκδόσεις Κέδρος, 2020


H συνέντευξη μας δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Μακεδονία στις 29/11.