Η συγγραφέας και εκπαιδευτικός, Ιωάννα Αργυρού, μας μιλά για το νέο της βιβλίο που απευθύνεται σε έφηβους αλλά και γονείς και εξηγεί γιατί είναι σημαντικό να ακούμε τις ‘φωνές’ των παιδιών.

Είναι από εκείνες τις στιγμές που μια συζήτηση για ένα βιβλίο μπορεί να σε οδηγήσει σε άλλες πιο φωτεινές διαδρομές. Η Ιωάννα Αργυρού πέρα από συγγραφέας είναι και δασκάλα σε ένα μικρό δημοτικό σχολείο της Κύπρου. Μιλάει για τους μαθητές της σαν να είναι δικά της παιδιά και έχει καταφέρει να τους εμφυσήσει τη δική της αγάπη για τη λογοτεχνία και το διάβασμα. Ίσως αυτή να είναι και η αιτία που γράφει για παιδιά και εφήβους. Το βλέμμα της παρατηρεί, αφουγκράζεται τις ανησυχίες και όταν έρχεται η ώρα της συγγραφής αυτό γίνεται σχεδόν αβίαστα. Κάπως έτσι συνέβη και με το βιβλίο της ΄Στο Πάρκο με τις Νεραντζιές’ (εκδόσεις Καστανιώτη). «Όταν κάθισα να γράψω η πρώτη εικόνα ήταν ένας έφηβος που μεγαλώνει με τη μητέρα του σε μια μονογονεϊκή οικογένεια» ξεκινά να μας λέει και συνεχίζει: «Ήταν αυθόρμητο. Ίσως γιατί και τα παιδιά μου είναι στην εφηβεία. Διαβάζω πολλά βιβλία, είμαι δασκάλα στην έκτη τάξη που τα παιδιά πλησιάζουν την εφηβεία. Αφουγκράζομαι τα προβλήματα τους, τις αρέσκειες τους».

Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο μαθήματος, που προετοιμάζει τα παιδιά ώστε να γίνουν σωστοί πολίτες, ευαισθητοποιήθηκε πολύ για θέματα που αφορούν την αποδοχή της διαφορετικότητας, το προσφυγικό, αλλά και τη δημόσια υγεία. Διαπίστωσε, ακόμη, ότι η αποδοχή από το περιβάλλον είναι το κύριο στοιχείο, ώστε να μπορέσει κάποιος να πετύχει αυτά που αγαπά. «Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον που δεν μου άρεσε ούτε να κεντώ, ούτε να μαγειρεύω, μου άρεσε να διαβάζω. Οι γονείς μου, ευτυχώς, το σεβάστηκαν αυτό. Έφυγα στην Αμερική να συνεχίσω τις σπουδές μου. Πάντα ήθελα ως χαρακτήρας να κάνω κάτι διαφορετικό. Θαύμαζα τα άτομα που το έκαναν και προσπαθούσαν να σπάσουν το φράγμα. Αυτό εντοπίζεται και στο βιβλίο. Έβαλα τη Λίζα να θέλει να γίνει μηχανικός αυτοκινήτων, να σπάσει τα στερεότυπα», εξηγεί.

Αν κάτι είχε στο πίσω μέρος του μυαλού της και εύχεται να αποκομίσει κάθε νέο παιδί ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου είναι το εξής: «Κυνηγώ τα όνειρα μου, αγωνίζομαι για αυτά και στο τέλος θα τα καταφέρω. Υπάρχουν δυσκολίες αλλά όσο συνεχίζω να αγωνίζομαι θα βρεθεί μια λύση. Αν και απευθύνεται περισσότερο σε έφηβους, μπορούν και οι γονείς να δουν αντίστοιχα τη δική τους συμπεριφορά μέσα από τη συμπεριφορά των γονιών του βιβλίου» αναφέρει η συγγραφέας. Σε συνέχεια του ζητήματος της αποδοχής που προβληματίζει τη συγγραφέα, αποφάσισε να εντάξει και μια Σύρια προσφυγοπούλα στο βιβλίο, κάτι που συνάντησε και στην επαγγελματική ζωή της.

«Εκτός από τους δυο πρωταγωνιστές, τη Λίζα και τον Έκτορα, υπάρχει και ένας τρίτος χαρακτήρας, μια προσφυγοπούλα από τη Συρία. Έτυχε ως δασκάλα να έχω παιδιά από τη Συρία στην τάξη μου. Έχω γνωρίσει πολύ αξιόλογα άτομα. Μπορεί να είχαν το πρόβλημα της γλώσσας και της επικοινωνίας, αλλά με τον τρόπο που ήταν ντυμένα, χαιρετούσαν, κινούνταν, έδειχναν μια καλλιέργεια. Έτσι εμπνεύστηκα το κορίτσι που είναι συμμαθήτρια της Λίζας και μετά γνωρίζει και τον Έκτορα και φέρνει μαζί της τον πόνο της προσφυγιάς, της προσαρμογής σε ένα καινούριο περιβάλλον» μας διηγείται.

Η διαφορά του τότε και του τώρα

Έχοντας αναλάβει να εκπαιδεύει τις νέες γενιές, η κα. Αργυρού παρατηρεί ότι δεν άλλαξαν και πολλά. Θέτει, όμως, μια σημαντική παράμετρο στη συζήτηση μας. «Έχω την αίσθηση ότι τώρα με το διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια ακούω τα παιδιά των μεγαλύτερων τάξεων να μιλούν συνέχεια στα διαλείμματα για αυτά. Νιώθω ότι τους απορροφά την ενέργεια, την προσοχή. Τους αρέσει και το ποδόσφαιρο. Εργάζομαι σε χωριό και τα παιδιά έχουν περισσότερες ευκαιρίες να βγουν και να παίξουν στο πάρκο. Νιώθω, όμως, ότι αυτή η μανία με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια είναι ένα μείον που εμείς δεν το είχαμε παλιά. Τους αφαιρεί χρόνο όχι κατ’ανάγκη από το να διαβάζουν, αλλά τους στερεί λίγο από τις εμπειρίες» εξηγεί.

Παρόλα αυτά, πιστεύοντας ότι η ανάγνωση ενός βιβλίου είναι ένας τρόπος να οξύνει κανείς τη φαντασία του και να μαθαίνει από τις εμπειρίες των άλλων βρήκε έναν τρόπο να το εντάξει στην εκπαιδευτική διαδικασία. «Απολαμβάνουν να τους διαβάζω βιβλία, να τους αφηγούμαι ιστορίες από την πρώτη μέχρι την έκτη τάξη. Είναι η αγαπημένη μου δραστηριότητα. Τώρα που έχουμε lockdown μου λείπει. Μάλιστα με την έκτη τάξη, που ξεκινήσαμε διαδικτυακά, τους διάβαζα ένα βιβλίο. Χωρίς να τους βάλω περιλήψεις. Το συστήνω σε όλους τους δασκάλους να το δοκιμάσουν. Φέρνουν τον δάσκαλο πιο κοντά στο παιδί και το παιδί πιο κοντά στον δάσκαλο. Ακόμη και πιο ζωηρά παιδάκια θα καθίσουν να ακούσουν τη συνέχεια της ιστορίας» αναφέρει και προσθέσει ότι «το λογοτεχνικό βιβλίο είναι μια απόλαυση, το να το μοιραστείς με κάποιον άλλον…».

Μάλιστα, μας διηγήθηκε και μια ιστορία όπου κάποια στιγμή στο παρελθόν χρειάστηκε να δανείσει ένα βιβλίο σε ένα πιο ‘ζωηρό’ παιδί. Σχεδόν σίγουρη ότι δεν θα το λάβει πίσω, εντυπωσιάστηκε με την υπευθυνότητα που έδειξε ο μαθητής: «Είναι ένας τρόπος να τα κερδίσουμε αυτά τα παιδιά» μας λέει.

Μέσα από την οδό της εκπαίδευσης τα παιδιά αναζητούν το δικό τους μονοπάτι. Η κα. Αργυρού τονίζει ότι «το παιδί νιώθει από μόνο του τα πράγματα στα οποία τα καταφέρνει καλύτερα, που του αξίζουν. Είναι η φύση! Όταν δεν υπάρχει πίεση, η φωνή του παιδιού ακούγεται. Οι ενήλικες πρέπει να ενθαρρύνουν τα παιδιά (…). Πρέπει να είναι υποστηρικτικοί και να αφήσουν τα παιδιά να ανθίσουν όπως τα λουλούδια».

Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο εδώ!

Η συνέντευξη μας δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής στις 24/01/21.