Ο ανερχόμενος ποιητής Λεωνίδας Κοσκινάς μιλά στο Sociall.gr για την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Χωρίς ζώνη ασφαλείας” (εκδ. Άπαρσις)
Ο Κ. Καρυωτάκης είχε γράψει για την ποίηση “στο σώμα στην ενθύμηση πονούμε. Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε”. Κάπως έτσι χρησιμοποιεί την ποίηση και ο Λεωνίδας Κοσκινάς. Μέσα από αυτήν ξορκίζει τον πόνο που του δημιούργησε ένα γεγονός που μένει ως πληγή στην ψυχή κάθε ανθρώπου. Η δημιουργικότητα ήρθε ως απάντηση, ως συντροφιά, ως ψυχοθεραπεία.

“Με την ποίηση ξεκίνησα να ασχολούμαι από το καλοκαίρι του 2013, σε ηλικία 24 χρόνων. Ακριβώς έναν χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας μου. Δεν το αναφέρω τυχαία αυτό, καθώς είμαι σίγουρος πια πως το συγκεκριμένο συμβάν πυροδότησε τον εσωτερικό μου κόσμο, δίνοντας και την αφορμή για να ξεχυθεί από μέσα μου –με τη μορφή ποιημάτων- ένα καλά -ως τότε- φυλαγμένο συναισθηματικό φορτίο” εξηγεί στο Sociall.gr.

Ένα δύσκολο γεγονός μπορεί να πυροδοτήσει μέσα μας πολλές αλλαγές. Ο ποιητής εξηγεί πως υπάρχει μια επιτακτική ανάγκη απεγκλωβισμού σε φάσεις ή στιγμές καταιγισμού συναισθημάτων, όπως υπάρχει και η προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού. Μια βαθιά υπαρξιακή ανησυχία” και είναι αυτό που τον οδηγεί να γράψει, να μεταφέρει από τη φαντασία και τα βιώματα του λέξεις φορτισμένες σε χαρτί.

Μιλάμε λοιπόν για όλο εκείνο το διάστημα των ψυχικών ζυμώσεων οι οποίες λαμβάνουν χώρα εντός του ανθρώπου, προκειμένου ο ίδιος να κλείσει έναν κύκλο της ζωής του και να καταφέρει να μεταβεί σε έναν επόμενο

Χωρίς ζώνη ασφαλείας

Και κάπως έτσι φτάνουμε στην κυκλοφορία της πρώτης του ποιητικής συλλογής πριν από λίγο καιρό με τίτλο “Χωρίς ζώνη ασφαλείας“: Η συλλογή περιλαμβάνει ποιήματά μου, γραμμένα σε διάστημα 3 χρόνων. Όσον αφορά τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται, φανταστείτε έναν άνθρωπο στη μέση μιας γέφυρας. Πίσω του υπάρχουν ο Χωρισμός, ο Θάνατος, το Τέλος. Στη μέση της γέφυρας, δηλαδή εκεί όπου ήδη στέκεται, συνυπάρχει με την Απογοήτευση, το Πένθος, τη Μοναξιά. Μπροστά του εικάζει πως βρίσκεται η Αναγέννηση. Αν νομίζετε πως αυτός ο άνθρωπος θα τρέξει, εύκολα, μπρος ολοταχώς, γελιέστε!Μιλάμε λοιπόν για όλο εκείνο το διάστημα των ψυχικών ζυμώσεων οι οποίες λαμβάνουν χώρα εντός του ανθρώπου, προκειμένου ο ίδιος να κλείσει έναν κύκλο της ζωής του και να καταφέρει να μεταβεί σε έναν επόμενο”.

Ο T. S. Eliot είχε πει:  «Η ποίηση δεν είναι η απελευθέρωση των αισθημάτων, αλλά η δραπέτευση από τα αισθήματα. Δεν είναι η έκφραση της προσωπικότητας, αλλά η δραπέτευση από την προσωπικότητα. Όμως, θα πρέπει κανείς να έχει αισθήματα και προσωπικότητα για να θέλει να δραπετεύσει από αυτά»

Καταστάσεις που βιώνουμε όλοι, συναισθηματικές συγκρούσεις, αδιέξοδα. Ο Λεωνίδας Κοσκινάς παίρνει την απόφαση να δημιουργήσει μια συλλογή που δεν θα κρατήσει για τον εαυτό του, που θέλει να τη μοιραστεί με έναν μεγαλύτερο κύκλο, να ανοιχτεί όπως μας λέει: “Νομίζω πως έχεις μια βαθιά ανάγκη, πέρα από τον εαυτό σου και τους αγαπημένους σου, να επικοινωνήσεις και να μοιραστείς τους προβληματισμούς, τους φόβους, τις υπαρξιακές αγωνίες, τις σκέψεις σου, και με άλλους ανθρώπους. Να ανοιχτείς”. Όχι απαραίτητα κυνηγώντας τις λίστες των ευπωλήτων, αλλά δημιουργώντας μια εσωτερική αλλαγή σε όποιον είναι εκεί να τη δει, όπως συνέβη και με τον ίδιο. “Θυμάμαι την περίοδο που αποφάσισα να την εκδόσω, σκεφτόμουν πως έστω κι έναν ακόμη άνθρωπο να αγγίξουν όσα γράφω, θα με έκανε χαρούμενο. Επίσης, να σας πω πως η συλλογή μου ήταν ολοκληρωμένη από το 2016. Τότε είχα σκεφτεί πως θα ήθελα να εκδοθεί, αλλά κάτι με κρατούσε πίσω, οπότε δεν με πίεσα καθόλου. Περνώντας όμως ο καιρός, έπειτα κι από παρότρυνση αγαπημένων, η επιθυμία αυτή φαίνεται πως ωρίμασε. Θέλω να πω πως πιστεύω πολύ στην κατάλληλη στιγμή. Και κατάλληλη θεωρώ τη στιγμή κατά την οποία εσύ ο ίδιος νιώθεις έτοιμος”.

Πέρα από το να γράφει, ο Λεωνίδας Κοσκινάς αφιερώνει και χρόνο στο διάβασμα. Τον ρωτήσαμε ποιο βιβλίο βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο κομοδίνο του και μας απάντησε ότι το διάστημα αυτό διαβάζει “το «Queer» του Ουίλιαμ Μπάροουζ, και την «Ανθολογία ετικής ποίησης» σε μετάφραση Χάρη Βλαβιανού”.

Ας κλείσουμε αυτή τη συνέντευξη με ένα ποίημα που ξεχωρίζει ο ίδιος από τη συλλογή του:

Απόσπασμα από το ποίημα «Περίεργη διάθεση»:

[…]Κόκκινο ξύλινο μονό κρεβάτι. Μπαλκονόπορτα σάπια γεμάτη ρωγμές.
Ήχος φυσαλίδων σαν νεκρώσιμη ακολουθία. Που είσαι;
Ακροβάτης σε μια κλωστή λεπτή έτοιμη να κοπεί.
Χωρίς χέρια να κρατηθώ. Από πού;
Ακρωτηριασμένος.
Ακούς τη μελωδία της βροχής;
Ακούς τον ήχο που κάνει πάνω στη τέντα;
Ακούς πως τρεμοπαίζει ο παλμός στον καρπό του χεριού μου; Ακούς;
Κάτι ψίχουλα δέρματος πέσανε στο χαλί.
Και μάζευα, μάζευα. Συνεχώς μαζεύω. Τι;
Θολή η σκέψη αναρριχάται από τραπέζι σε τραπέζι,
από παράθυρο σε παράθυρο. Και πάλι πίσω.
Και ξανά η ίδια πορεία, με τον ίδιο ρυθμό,Με την ίδια παρασιτική συχνότητα. […]