Άρχισα να ανακαλύπτω τον Νίκο Καββαδία γύρω στην ηλικία των 16 με 17, μέσα από τους υπέροχους στίχους του που μελοποίησαν  μεγάλοι μουσικοί όπως ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Γιάννης Σπανός, η Μαρίζα Κωχ και ο Δημήτρης Ζερβουδάκης. Ενδεικτικά, μερικά τραγούδια:

Επίσης, θα σας παραθέσω και μερικούς στίχους από τα παραπάνω ποιήματα.

Κuro Siwo
Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου ‘πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες’ το μυαλό σου να σφυρίζει,
“ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; “

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ’ έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που ‘χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα! …η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κ’ συ κοιτάς ακόμη πάνω απ΄το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ     
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, 
Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’ 
αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές 
των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την 
ατελείωτη γη.

Κάτι που θα ‘κανε γοργά να φύγει 
το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε 
σκεπάζει τα χαρτιά·
να φύγει κρώζοντας βραχνά, 
χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα 
του Νοτιά.

Κάτι που θα ‘κανε τα υγρά, 
παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τα’ αγαπούν 
και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να 
γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, 
δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, 
βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ… 
Σκεφτείτε… Εγώ.
Ένα καράβι… Να σας πάρει, 
Καίσαρ… Να μας πάρει…
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ’ 
οδηγώ.

Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
– Τα ρυμουλκά περνώντας θα 
σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα 
ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα 
γυρίζαν.

Οι πολιτείες οι ξένες θα μας 
δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ’ αυτές αβρά θα σας 
εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου 
αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα 
λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα 
κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, 
τις πορείες.

Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας 
σκέπαζε,
τους φάρους θε ν’ ακούγαμε να 
κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ’ 
ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να 
πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να 
ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας 
βρίσκει·
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να 
καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω 
ουίσκυ.(…)

Σταυρός του Νότου
Έβραζε το κύμα του γαρμπή
είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου ‘πες πως το Μάρτη
σ’ άλλους παραλλήλους θα ‘χεις μπει

Κούλικο στο στήθος σου τατού
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει
είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό

Το ʼλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου
μου ‘πες με φωνή ετοιμοθανάτου
να φοβάσαι τ’ άστρα του Νοτιά

ʼλλοτε απ’ τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα
με του καπετάνιου τη μιγάδα
μάθημα πορείας νυχτερινό

Σ’ ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψες σαν φάρου αναλαμπή

Κάτω στις ακτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι
τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και το ωραίο γλυκό της Κυριακής

Είναι τραγούδια που εξακολουθούν να ακούγονται σε αμείωτους ρυθμούς μέχρι σήμερα αποδεικνύοντας την διαχρονικότητα του λόγου του. Ακόμα, θα μπορούσε να πει κανείς πως κοινό στοιχείο στην γραφή του είναι τα ταξίδια σε τόπους μακρινούς και θάλασσες (όπως πχ. Στο Γράμμα σε έναν ποιητή που απευθύνεται στον Καίσαρα Εμμανουήλ, οπού τα ταξίδια εμφανίζονται ως ένα αντίδοτο στην μελαγχολία και την απαισιοδοξία, σε μια εποχή που η μελαγχολία ήταν μια κυρίαρχη τάση στα λογοτεχνικά και όχι μόνο ρεύματα).

Αυτό το χαρακτηριστικό οφείλεται στην ναυτική του ζωή , καθώς από νεαρή ηλικία, ξεκίνησε τα ταξίδια με πλοία υπό την ιδιότητα του ναυτικού. Γύρισε όλο τον κόσμο σχεδόν, με τις εμπειρίες και τις περιπέτειες του να αποτελούν μεγάλη πηγή έμπνευσης στην καλλιτεχνική του δημιουργία. Γρήγορα, μέσα από την αμεσότητα των στίχων του κέρδισε την αγάπη του αναγνωστικού κοινού, ακόμα και από άτομα που δεν ήταν τόσο εξοικειωμένα με την ποίηση.

Φάτα Μοργκάνα
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη. 

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει. 

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Αριάδνη στη Νάξο
Με το καράβι του Θησέα
σ’ αφήσαμε στη Νάξο γυμνή,
μ’ ένα στα πόδια σου
θαλασσινό σκουτί. 

Σε ποιες σπηλιές εκρύφθηκες
και πώς να σε φωνάξω,
κουστάρω κι’ όλο με τραβάει
μακρυά το γκαραντί.


Μερικά βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε το 1910 στην Ρωσία από Κεφαλλονίτες γονείς. Εξοικειώθηκε από πολύ νωρίς με τα ταξίδια που αποτέλεσαν αργότερα κυρίαρχο μέρος της ζωής του. Περιγράφεται ως ένας άνθρωπος εγκάρδιος, λιγομίλητος, απλός και με ανεξάντλητο χιούμορ. Τον Ιούνιο του 1933, κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Μαραμπού. Το 1940 είχε αντιστασιακή δράση και έγινε μέλος του ΕΑΜ. Στα μετέπειτα χρόνια, εξέδωσε πλούσιο ποιητικό έργο με το Πούσι να ξεχωρίζει. Έφυγε το 1975 από εγκεφαλικό, αφήνοντας μας ως παρακαταθήκη, τους όμορφους στίχους του και μια παραπάνω αδυναμία για την θάλασσα και την ναυτική ζωή.

Υπάρχουν πολλοί στίχοι του αλλά και μαρτυρίες κοντινών του ανθρώπων, που αποδεικνύουν ότι ήταν ένας ευαίσθητος και δίκαιος άνθρωπος. Είχε μεγάλη αδυναμία στην ανιψιά του Έλγκα και λέγεται πως για εκείνη είχε γράψει το 7 νανοι στο S/S Cyrenia, που επίσης μελοποιήθηκε από τον Θάνο Μικρούτσικο. Παρακάτω, ένα ποίημα με τίτλο Αγαπάω που λέγεται ότι το έγραψε σε ηλικία 19 χρονών.

«Αγαπάω τ’ ό,τι θλιμμένο στον κόσμο,
Τα θολά τα ματάκια, τους άρρωστους ανθρώπους,
Τα ξερά, γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
Τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.
Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ ένα δισάκι
Για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε.
Τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,
Τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε
Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
Τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στο όνειρό τους
Να φανεί απ τα βάθη του απέραντου δρόμου
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους
Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
Και δεν ξέρουν καλά αν θα γυρίσουν ποτέ πίσω
Αγαπάω, και θα θελα μαζί τους να πάω,
Κι ούτε πια να γυρίσω
Αγαπάω τις κλαμένες, ωραίες γυναίκες
Που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα.
Αγαπώ σε τούτον τον κόσμο ό, τι κλαίει
Γιατί μοιάζει με μένα.»

Οι 7 νάνοι στο s/s Cyrenia     
Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.

Απ’ το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
-Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ’ ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
– Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
– Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…
Ο πιο στερνός μ΄έναν αυλό με νανουρίζει.

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
– Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
– Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

Τέλος, θα ήθελα να προσθέσω πως επειδή αυτό δεν είναι μόνο ένα βιογραφικό αφιέρωμα στον Νίκο Καββαδία, μα και μια αποτύπωση του έργου του στην καθημερινότητα μας, θα ήθελα να σας αναφέρω ότι στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, θα βρείτε την προτομή του να αγναντεύει απέναντι ακριβώς την μεγάλη του αγάπη την θάλασσα, με ένα ονειροπόλο -και σκεπτικό ταυτόχρονα- βλέμμα. Ό,τι πιο ταιριαστό για έναν αρμενιστή ποιητή.

Τον ευχαριστούμε που μας επέτρεψε να ονειρευτούμε λίγο παραπάνω εξωτικούς τόπους με μυστηριώδεις παρουσίες και άρωμα αλμύρας.

Θεσσαλονίκη
Ήταν εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά
σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
άγιε Νικόλα φύλαγε κι αγιά θαλασσινή
τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί

Απάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού
εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού

Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη
πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ’ αγαπώ
αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Ντεπό

Βιβλιογραφία
Μαραμπού, Άγρα, 2011
Πούσι, Άγρα, 2010
Τραβέρσο, Άγρα 2012
Βάρδια, Άγρα, 2011
Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, Άγρα, 2009

Βιβλιογραφία έργων που μελετούν την ζωή του
Μιχάλης Γελασάκης, Νίκος Καββαδίας: ο αρμενιστής ποιητής, Άγρα, 2018
Διονύσης Μαζίτσος, Δυο ιστορίες για τον Καββαδία, Οσελότος,2020