Κώστα! Κώστα! Τον φώναξε ο οδηγός του λεωφορείου ψάχνοντάς τον μέσα από το μεγάλο καθρέφτη του πίσω στη γαλαρία. Ο Κώστας τον πλησίασε. Έλα να κάτσεις εδώ μπροστά, περιμένω μια ευτραφή κυρία στο Ρίο, είπε χαμογελαστά, έλα να τα πούμε μέχρι τότε.

Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελε να πάει εκεί μπροστά «να τα πει» με τον οδηγό, τον παλιό του γείτονα. Δεν ήταν έτοιμος να απαντήσει στις βασικές ερωτήσεις που θα του έκανε: Τι κάνει η οικογένεια; Πώς πάει η δουλειά; Γιατί κατεβαίνεις στην Αθήνα;  Επιπλέον, ένα πράγμα που απεχθανόταν, ήταν οι διάλογοι μέσα στο λεωφορείο. Ν’ ακούνε δηλαδή οι επιβάτες τα νέα της ζωής κάποιου, για να περάσει η ώρα μέχρι να φτάσουν στον Κηφισό.  Άλλωστε, αυτή τη φορά, δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο ταξίδι από τα Γιάννενα στην Αθήνα. Είχε να ρυθμίσει ένα σωρό πράγματα μέχρι να μεταναστεύσει με την οικογένειά του στην Αυστραλία. Το πράγμα ήταν σοβαρό και πολύ προσωπικό κι επειδή ψέματα εκείνος δεν έλεγε, φοβόταν τον εαυτό του μην ομολογήσει το σχέδιό του στον οδηγό του ΚΤΕΛ.

Ο Κώστας, έβγαλε το μπουφάν του και απλώθηκε στις θέσεις 3-4 κι έτσι  θα μπορούσανε οι δυο τους να κοιτάζονται διαγώνια και να μιλάνε. Ο σταθμάρχης,  σφύριξε την αναχώρηση του δρομολογίου 08.30 κι ο οδηγός σταυροκοπήθηκε κοιτώντας προς τα πάνω, αλλά ο Κώστας δε κατάλαβε αν κοιτούσε την εικόνα της Παναγιάς  ή το απλωμένο κασκόλ του ΠΑΣ ΓΙΑΝΝΙΝΑ.  Άρχισε να ψιλοβρέχει και ο Κώστας ακολουθούσε την κίνηση των καθαριστήρων που πήγαιναν πέρα δώθε στο παρμπρίζ του λεωφορείου. O οδηγός, άρχισε την κουβέντα σχολιάζοντας   τις πρόσφατες εκλογές και τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Πριν καλά καλά φτάσουν στη διασταύρωση για το Σταυράκι, ο Κώστας είχε αποκοιμηθεί. Ήταν Σεπτέμβριος του 2015.   -Πες χέ-ρι Κώστα, πες το με το Ρ μαζίόμως, καθαρά, του έλεγε η μητέρα του. Δεν τον δυσκόλευε το Ρ μα ολόκληρη η μικρή αυτή λέξη. Ίσως επειδή τη θεωρούσε από τότε ιερή  και δίσταζε να την προφέρει. Τη μέρα που του ανακοίνωσαν οι  γονείς του ότι θα επιστρέψουν για πάντα στην Ελλάδα, τη θυμάται ακόμα και σήμερα στα πενήντα του, γιατί τού είχε πιάσει ένα ντουλάπι τα τρία του δαχτυλάκια και δεν ήξερε για ποιό πράγμα να πρωτοπονέσει. Θα έφευγαν λέει από την Αυστραλία, θα πήγαιναν πίσω  στην πατρίδα τους, στα Γιάννενα! Ναι, εκεί που τηλεφωνούσαν συνέχεια και τον έβαζαν εκείνον να πατάει τα νούμερα ξεκινώντας από το 02651. Καθόταν αμήχανα στην άκρη του κρεβατιού του, σα να τον είχαν μαλώσει και έπλαθε ξανά και ξανά  την είδηση στο μυαλό του αλλά και τα πονεμένα δακτυλάκια του.  Ήταν οκτώ χρονών,  γεννημένος στη Μελβούρνη, αγαπούσε τη γειτονιά του, το σπίτι του, το γαλατάδικο στη γωνία,  σημείο συνάντησης  με τους φίλους του. Είχε ξαδέλφια, είχε το όμορφο και οργανωμένο σχολείο του,  τα παιχνίδια του, τον δικό του κόσμο!  Πώς θα τα εγκατέλειπε όλα αυτά; Γιατί να τα εγκατέλειπε; Από την άλλη, θυμόταν τις κουβέντες που του είχαν πει κάποια παιδιά που ζούσαν στο  Χωριό και τώρα είχαν μετακομίσει κι αυτά στη Μελβούρνη, ότι δηλαδή τα παιδιά εκεί παίζουν ανέμελα ώσπου να νυχτώσει, πως δε τα πιέζουν  πολύ στα γράμματα, πως το σχολείο είναι μικρό και φιλικό, κι έχει έναν  μόνο δάσκαλο. Πως υπάρχει μια  λίμνη, που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί, που  τη ζώνουν  θρύλοι και ιστορίες  κι ένα τόσο δα νησάκι μέσα της, σαν ψεύτικο, το μικρότερο στον κόσμο που κατοικείται, και βαρκάκια που πηγαίνουν όλη τη μέρα, πέρα – δώθε τους ανθρώπους βόλτα ως εκεί.   Πως εκεί, στο νησάκι αυτό, έμενε τάχα ένας  Γίγαντας και  μπορούσε να τον επισκεφτεί,  να δει τον οντά του, τα κουμπούρια του, το ναργιλέ του.  Πως έξω από τη λίμνη, υπάρχει ένα τεράστιο κάστρο, πέτρινο, με κανόνια, και τα παιδιά  χώνονται μέσα στις κρυψώνες του και παίζουν. Πως εκεί δίπλα, υπάρχει κι ένα Λούνα  Παρκ, και πουλάνε ψητά καλαμπόκια και μαλλί της γριάς. Πως γύρω από τα Γιάννενα, υπάρχουν πανέμορφα χωριά και ποτάμια και πηγές  και πως το καλοκαίρι θα μπορεί να κολυμπάει κι εκείνος στα διάφανα νερά τους.  Πως στο χωριό, οι άνθρωποι σηκώνονται και χορεύουν με ευκολία όταν ακούνε μουσική να βγαίνει από το κλαρίνο. Μουσική! Με αυτή τη μαγική λέξη, ο Κώστας έντυσε όλες αυτές τις εικόνες κι έτσι μια μέρα, χωρίς να μιλάει καν τα ελληνικά, επιβιβάστηκε εκείνος και η οικογένειά του, με όλα τα υπάρχοντά τους  στο αεροπλάνο κι  έφτασαν στην Ελλάδα. Πού να φανταζόταν εκείνη τη στιγμή, ότι η ζωή θα τον φέρει κάποτε στην ίδια θέση αλλά στην αντίθετη διαδρομή και θα πρέπει κι εκείνος να  δώσει απαντήσεις  με τη σειρά του στα παιδιά του, στις ίδιες ακριβώς ερωτήσεις, εξυμνώντας αυτή τη φορά την μεγάλη χώρα της Αυστραλίας και τη μαγεία της, τους ουρανοξύστες της, τον ποταμό Γυάρα και να πρέπει να τον αντιπαραβάλει με τον Αχέροντα, τον εκσυγχρονισμό της μεγαλούπολης, το ταξίδι με το αεροπλάνο και τις άφθονες ανέσεις της Αυστραλίας.

Ήταν όπως του τα είχαν πει οι φίλοι τα πράγματα και καλύτερα ακόμα! Περνούσαν γρήγορα και όμορφα τα νεανικά του χρόνια. Κι εκείνη η Λίμνη, η Παμβώτιδα, ήταν μαγευτική. Τα φθινόπωρο, χιλιάδες πεσμένα κίτρινα και πορτοκαλί φύλλα  από τα γυρτά πλατάνια γύρω της, την στολίζουν. Τέτοιο τοπίο, μόνο σε ταινία με βραβείο ‘Οσκαρ το βλέπεις. Το χειμώνα, παγωμένη και αγνώριστη, με τα παγκάκια γύρω της κρυστάλλινα,  λυσσομανάει ακόμα για τον άδικο πνιγμό της κυρά Φροσύνης και βγαίνει ως  έξω κι ανακατεύει τις βάρκες.  Την άνοιξη,  η ομίχλη έχει εξαφανιστεί και βλέπεις  καθαρά  και τη  Λίμνη ως πάνω τις Λιγκιάδες. Τα καλοκαίρια, κι οι περατζάδες  σαν πέφτει ο ήλιος στο Μώλο, εκεί που αναχωρούν τα βαρκάκια  για το νησάκι και τα κορίτσια βολτάρουν πέρα- δώθε, από πίσω κι αυτός  κι οι φίλοι του,  οι μικρές τους αλητείες, τα γέλια, τα όνειρα, το αγνό βλέμμα. Και τα βράδια τους, στα Λιθαρίτσια να λένε εξυπνάδες  μεταξύ τους  για το ποιος μπορεί να κάνει τι, μασουλώντας προφιτερόλ από τον Κρίνο.  Τα πανηγύρια στο χωριό, το Δεκαπενταύγουστο, κλαρίνα, ψητά,  ήταν η αφορμή για να  συναντηθούν  οι συγχωριανοί από το Βέλγιο, τη Γερμανία, την Αυστραλία και έλεγαν, έλεγαν για τα έργα του ο καθένας, με περηφάνια, με εγωισμό, με ανταγωνισμό, κι έπιναν και χόρευαν με τη σειρά οι οικογένειες και τα αγόρια κάπνιζαν πιο πέρα το πρώτο τους κρυφό τσιγάρο και φιλούσαν τα κορίτσια του χωριού στις σκοτεινές ανηφοριές. Όλα συνέβαιναν σε μια αρχέγονη ατμόσφαιρα, που δημιουργούσε η κάπνα των ψητών, που σκαρφάλωνε στον ουρανό  κι ανακατευόταν με τη γλύκα του αυγουστιάτικου φεγγαριού,  τη μυρωδιά από το τσίπουρο, και το «κλάμα» του κλαρίνου. Κάπου εκεί, τότε ήταν που ο Κώστας, πρόφερε πια τη λέξη Χε-Ρι ολοκάθαρα και άρχισε να συνθέτει το ταξίμι της ζωής του.

Στα Γιάννενα, ο κάθε άνθρωπος  μπορεί να καταπιαστεί με πολλές τέχνες. Με την αργυροχοΐα για παράδειγμα, μια τέχνη που πέρασε από γενιά σε γενιά και να φτιάχνει σκαλιστά κοσμήματα, δίσκους διακοσμητικούς, μαχαιροπίρουνα, κομπολόγια και τόσα άλλα. Μπορεί να μάθει να φτιάχνει μπακλαβάδες. ΄Η να γίνει ποιητής!

Ο Κώστας όμως αγάπησε πιο πολύ το ξύλο. Ήταν ερωτευμένος με το ξύλο. Του άρεσε η μυρωδιά του. Το ξύλο, έλεγε, είναι ζωντανό. Αναπνέει. Πονάει και χαίρεται. Του μιλάς και σου απαντάει. Ζεσταίνεται και κρυώνει. Έτσι, έγινε επιπλοποιός.  Κάθε φορά που έπαιρνε στα χέρια του ένα γερό ξύλο, έκανε σχέδια για κείνο, το σκάλιζε,  το σμίλευε, συχνά το μάλωνε, ώσπου στα χέρια του να γίνει «κάτι». Θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο αν δε έφτιαχνε κάτι σημαντικό. Το ξυλουργείο του ήταν ένα ολόκληρο οπλοστάσιο αλλά και χώρος ιερός,  γεμάτος  βίδες, κόλλες, πριόνια, σφυριά, τριβεία και  ένα  σκονισμένο κασετοφωνάκι. Κατασκεύαζε σαλόνια και κούνιες, ντουλάπια και βιβλιοθήκες  κι όλα, πριν τα ξεκινήσει, τα ονειρευόταν τοποθετημένα μέσα στα σπιτικά που τα είχαν παραγγείλει και τα έφτιαχνε όσο  πιο ταιριαστά μπορούσε. Είχε κάποτε σκαλίσει κι έναν Εσταυρωμένο. Ούτε ο Βρέλλης δε θα τον έκανε τόσο λυπημένο! Δεν βάσταξε να του βάλει τα καρφιά και απλά τον κόλλησε πάνω  στο σταυρό. Τον είχε ακουμπήσει εκεί στην άκρη του πάγκου του για  να επιβλέπει τις δουλειές του. Γνώριζε κι εκείνος από ξυλουργικά. Κι εκείνου ο πατέρας  ξυλουργός ήταν,  αγαπούσε κι εκείνος το ξύλο. Κι ας τον σταύρωσαν πάνω του.

Έπαιρνε τη δουλειά μονορούφι.  Διάλειμμα έκανε μόνο όταν περνούσε καμιά δροσερή κοπέλα απ΄ έξω και  τότε τα ξεχνούσε όλα,  πεταγόταν έτσι ευκίνητος που ήταν για να τη δει και να εμπνευστεί από τη γυναικεία ύπαρξη. Τα έπιπλα, μπορούσαν να περιμένουν. Η ζωή, όχι. Ωστόσο είναι αλήθεια, ότι τίποτα δε θα γινόταν εκεί μέσα χωρίς τον  Καζαντζίδη, τις μελωδίες του, το παράπονό του.  «Υπάρχω», τραγουδούσε με μεράκι ο Κώστας. Υπάρχω!

Κι όταν συνειδητοποίησε το Υπάρχω του, ο Κώστας  έπιασε το μπουζούκι στα χέρια του. Πάλευε ώρες πάνω του,  μιλούσε μαζί του για τα σπουδαία πράγματα της ζωής: τον έρωτα, το μόχθο, την αδικία, τη ξενιτειά, την αναζήτηση, τη γυναίκα,  το θάνατο.   Επεδίωκε να μένει μόνος του, αγκαλιά με το μπουζούκι του. Τέτοιες  κουβέντες  μεταξύ τους,  δεν έχουν τελειώσει μέχρι σήμερα. Στάλα στάλα, πενιά πενιά,  αγάπησε αυτό το όργανο, το κοιτούσε και δε πίστευε στα μάτια του το πόσο ιερό πράγμα ήταν!  Πώς  κάνει τον άνθρωπο να του εκμυστηρεύεται τόσα, να του δίνει τη ψυχή του. Ποιός άραγε να μετουσίωσε αυτό το αντικείμενο από ξύλο σε εξομολογητή, σε ερωμένη, σε φίλο καρδιακό; Και προστέθηκαν κι άλλοι φίλοι, ο  Άκης, η  Ευτυχία, ο Στέλιος, ο Μάρκος κι αυτοί με τη σειρά τους πρόσθεσαν  κι άλλους  φίλους στο πέρασμα του χρόνου, τον  Κώστα από την Πτολεμαΐδα,  τη  Χρυσούλα, τον Γιάννη από την Ποντοκώμη, τον Βάγγουλα, τον Παναγιώτη, τον Ηλία. Παίζανε όλοι μαζί το μουσικό αυτό παιχνίδι, όπου να ‘ταν, στην αυλή, στη παραλία, στο κουζινάκι, γίνονταν συνδαιτυμόνες  και μοιράζονταν την τροφή που είχε φέρει ο ένας για τον άλλον. Άλλος το μπουζούκι, άλλος την κιθάρα, άλλος τη φωνή.  Και έτσι, πάνω σε  έναν τέτοιο  δείπνο, στο φαγητό και το πιοτό, έγιναν όλοι τους πολύ σοφοί, ανακαλύπτοντας ότι ο κόσμος είναι γυάλινος, το μυαλό συχνά είναι θολωμένο και ότι η ζωή είχε δυο πόρτες.

Πουθενά στον κόσμο, καμιά μέρα  δεν είναι ίδια με την άλλη.  Κάποιες  μάλιστα, θα ευχόσουν να μην είχες σηκωθεί από το κρεβάτι. Αλλά ο άνθρωπος είναι αδύναμος στο να γνωρίζει τη μοίρα του. Άλλωστε, δεν εξετάζεται σε αυτό αλλά στο πόσο δυνατός  είναι  όταν  χρειαστεί να την αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο.   Αυτό, κάνει τον άνθρωπο που το καταφέρνει ένα ιδιαίτερο πλάσμα,  άξιο να λέγεται άνθρωπος.

Ήταν 9  Μαΐου, άνοιξη, ότι είχε περάσει το Πάσχα. Εκείνη τη μέρα, ο Κώστας, είχε να τελειώσει μια πιεστική παραγγελία για ένα ζευγάρι που θα παντρευόταν τον επόμενο μήνα κι ερχόταν μέρα παρά μέρα η μάνα του γαμπρού να  ρωτήσει για την πορεία της.  Κείνη τη μέρα,  μπήκε στο μαγαζί  με δέκα δάχτυλα και από μια «στραβοτιμονιά» βγήκε με εφτά.  «Γεια σου Περαία αθάνατε,  της εργατιάς κολώνα, Πασαλιμάνι, Κοκκινιά, Καμίνια, Δραπετσώνα…». Τη στιγμή εκείνη έπαιζε το ρεφρέν, γιατί ο  Καζαντζίδης, δε μπορούσε  να αλλάξει τη μοίρα του Κώστα, μπορούσε όμως να τη γλυκάνει.

Πώς είναι να λείπει ξαφνικά κάτι από το σώμα σου; Τι μπορεί να το αντικαταστήσει;  Πρέπει να  βρεις τη δύναμη να βάλεις τη μηχανή ξανά μπροστά. Κι αν δε παίρνει, να μάθεις να αυτοσχεδιάζεις. Να φτιάξεις δηλαδή το δικό σου ταξίμι.  Κι όπως το ταξίμι  είναι μια εισαγωγή για το τραγούδι  πριν  μπεις στο κυρίως θέμα, έτσι πρέπει να εκπαιδεύσεις στρωτά, με δεξιοτεχνία  τη ψυχή πριν συνεχίσεις να ζεις.   Δε ξέρεις πάντα πώς θα σου βγει : Χιτζαζ;  Μινόρε; Σαμπάχ;  Και πάνω σε αυτή την πολύπλοκη αναζήτηση,  κατέφτασε το  τρίχορδο  από την  Πτολεμαΐδα και του’ πε: Πάρε, ξεκίνα το ταξίμι σου, είμαστε εδώ! Πώς  ορθώνεται  η  Αγάπη  στο κακό  που μας βρίσκει, με τι  θάρρος  στέκεται απέναντι του και  κρατά το χέρι μας στον πόνο; Δεν έρχεται ποτέ οδικώς, μα πετάει!  Οι φίλοι  ήταν εκεί, τον περίμεναν ετοιμοπόλεμοι  στις  στοές των Ιωαννίνων κι έφτιαξαν την πατέντα  του  Κώστα  για  να συνεχίσει ανενόχλητος το Υπάρχω του! Κι ο Κώστας, πέφτει πάνω στο όργανο με ευγνωμοσύνη,  γέρνει τις πλάτες του εμπρός να το προστατέψει σα  μωρό παιδί.   Είμαστε «αρτιμελείς» του ψιθυρίζει, και φιλά τα τρία του δάχτυλα που δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ!

Ο Κώστας Παπαναγιώτου με  τη Χρυσούλα Κεχαγιόγλου και τον Ηλία Χατζηεμμανουήλ.
(House of Pan, Μελβούρνη)

Μια κόρνα τον  μισοξύπνησε, ωστόσο το όνειρο ήταν γλυκό και με προοπτική και έτσι  συνέχισε. Έφτασε, λέει, μόνος, ένα χάραμα στη Μελβούρνη, σα μπουζουξής,  ότι είχε σχολάσει  από το μαγαζί, κρατούσε το μπουζούκι με τη θήκη του, τα  μάτια του ήταν κόκκινα από την κάπνα,  τα δάχτυλα του μουδιασμένα από το παίξιμο,  το πουκάμισο του το καλό μέσα στη μπόχα και τη μαραμένη κολόνια και χώθηκε στη παιδική του γειτονιά, ναι, εκείνη, που είχε αφήσει στα οχτώ που πάλευε ακόμα με το Ρ.  Έκλαψε, τα βρήκε όλα στη θέση τους, όπως ακριβώς τα είχε στο μυαλό του. Σύντομα, λέει,  μια τίμια εταιρεία επίπλων στη Μελβούρνη τον είδε και του ‘πε:  –Βρε Κώστα, καλός  μωρέ είσαι, αγαπάς το ξύλο, φαίνεται από τα δουλεμένα χέρια σου,  έλα εδώ να δουλεύεις για μας. Θες;

Κι έμπαινε λέει σε αεροδρόμια και  μουσεία για να φτιάξει καθίσματα για επιβάτες  και διανοούμενους  που φέρονταν στην τέχνη όπως εκείνος  στο  μπουζούκι του. Βιβλιοθήκες για σχολεία, όμορφα ράφια, μπαρ, καρέκλες  με σχέδια ασυνήθιστα και πολιτισμένα και με  σύγχρονα εργαλεία. Ό,τι κι αν έφτιαχνε, το δούλευε  με τόση αγάπη,  που συχνά του φαινόταν  ίδια με κείνη, όταν έφτιαχνε τη βάρκα του  Βαράκα για το  νησί.  Και να,  που ένα πρωί, δεν είχαν περάσει ούτε έξι μήνες,  έτρεξε με λαχτάρα να παραλάβει την οικογένειά του από το αεροδρόμιο της  Μελβούρνης και να τους δείξει με καμάρι τα έργα που είχε κι εκεί φτιαγμένα.  Οι δικοί του τον κοιτούσαν αμήχανα, φρεσκοξυρισμένο, ήρεμο, γελαστό, γεμάτο όνειρα και χαρά.  Λέει, πως τα κατάφερε τόσο καλά ώστε παρήγγειλε μια μέρα  και καινούργιο μπουζούκι :   Να’ χει, κάτι ταξιδιάρικο, κάνε τις  χορδές του να ναι …. πώς να στο πω, σα ράγες από σιδηροδρομικό σταθμό. Να έχουν προοπτική, δρόμο, ταξίδι! Κατάλαβες  Καρβούνη;

Το καινούργιο μπουζούκι                                                
Σταθμός στη Μελβούρνη  

Ο Κώστας άνοιξε τα μάτια του ξαφνικά κι είδε μπροστά του μια παχουλή κυρία με γκρι καπαρντίνα,  λες κι είχε δραπετεύσει από το σεσουάρ  κομμωτηρίου. Του χαμογέλασε, κι εκείνος χαμένος από το βαθύ του ύπνο, γούρλωσε τα μάτια του σα να φοβήθηκε. Αμέσως, σηκώθηκε γεμάτος ενοχές που καθόταν στη θέση της.

Βρε Κώστα, του είπε ο οδηγός χαμογελαστά, κουβέντα δε σταυρώσαμε, μονοκοπανιά τον πήρες τον ύπνο!

– Ναι, έχεις δίκιο του απάντησε, ενώ έστρωνε τα μαλλιά του και κατευθυνόταν πίσω στη γαλαρία. Αργήσαμε ψες  βράδυ του είπε, παίζαμε στου Βάγγουλα και μπλέξαμε… Κι ενώ τον ενοχλούσε να ακούγονται δυνατά οι κουβέντες  μέσα στο  λεωφορείο το «Βάγγουλα»  το είπε δυνατά,  γιατί ήταν περήφανος για κείνον!

Ο Κώστας χώθηκε στη θέση του μπερδεμένος και ευχαριστημένος από τα όνειρα που είχε δει στη θέση 3-4. Πίστεψε μάλιστα  ότι δεν είχε περάσει απλώς τη γέφυρα από το Αντίρριο στο Ρίο, μα είχε διανύσει τη διαδρομή από τη μια ήπειρο στην άλλη.  Ήταν ήδη στην Αυστραλία!

Ο Κώστα Παπαναγιώτου ζει με την οικογένειά του στη Μελβούρνη, εργάζεται ως ξυλουργός σε μια πολύ καλή εταιρεία, φτιάχνει όμορφα πράγματα σε αεροδρόμια, μουσεία, μαγαζιά, πήρε καινούργιο μπουζούκι και σκαρώνει, ασταμάτητα, ταξίμια.

Κώστας Παπαναγιώτου – Youtube κανάλι