Έχοντας εκδώσει 38 βιβλία, ο ποιητής και πεζογράφος Τόλης Νικηφόρου μας μιλά για την ενωτική ιδιότητα της ποίησης και πώς κατάφερε να ιδρύσει την πρώτη ποιητική λέσχη ανάγνωσης. Στην τελευταία του συλλογή, “η λέσχη της κόκκινης ή γαλάζιας αλεπούς” (εκδ. Μανδραγόρας), ο πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος ποιητής αντλεί έμπνευση από την ομώνυμη λέσχη που δημιούργησε το 2017 στη Θεσσαλονίκη και με την πάντοτε ρεαλιστική γραφή του αποτυπώνει ιστορίες που προωθούν τη φιλαναγνωσία. 

«Ήθελα να μιλήσω για τις λέσχες ανάγνωσης. Είμαι μέλος των λεσχών ανάγνωσης από τότε που δημιουργήθηκαν από το εθνικό κέντρο βιβλίου. Είχαμε δημιουργήσει μια από τις πρώτες στη δημοτική βιβλιοθήκη της Άνω Τούμπας με τη Λένα Παπαθανασίου. Ήμουν, επίσης, μέλος στην αντίστοιχη της κάτω τούμπας και της Χαριλάου”, αναφέρει χαρακτηριστικά στη «ΜτΚ» δείχνοντας την αγάπη του για τη λογοτεχνία και την ανάγνωση.

Έχοντας δεθεί και στηρίξει τέτοιες προσπάθειες ο κ. Νικηφόρου εντόπισε ένα σημαντικό κενό. «Είδα καμία εικοσαριά λέσχες και όλες ήταν λέσχες μυθιστορήματος ή διηγήματος. Σκέφτηκα, λοιπόν, να κάνω μια λέσχη ανάγνωσης ποίησης που θα ήταν κάτι πρωτότυπο και μοναδικό στην Ελλάδα όπως μου λένε. Ενθουσιάστηκα με την ιδέα μου, αλλά επειδή κάνω πολλά πράγματα έχοντας τέσσερα ιστολόγια και γράφοντας ένα με δυο βιβλία τον χρόνο, πού να προλάβαινα και μια λέσχη ποίησης; Μετά σκέφτηκα την παροιμία ”η αλεπού στη φωλιά της δεν χωρούσε, έφερνε και τσαλιά από πίσω”, δηλαδή κλαδιά. Μπορεί να κατηγορήσει κανείς την αλεπού ότι ήταν αφελής; Την πονηρή την αλεπού; Όχι, κάτι ήξερε! Οπότε σκέφτηκα ανεπισήμως να ονομάσω την λέσχη ”λέσχη της κόκκινης ή γαλάζιας αλεπούς”. Δεν θέλαμε να κάνουμε κανέναν ιδεολογικό διαχωρισμό των ποιητών που θα παρουσιάζαμε ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση τους. Το μόνο κριτήριο θα ήταν η ποιητική τους αξία», εξηγεί τονίζοντας τον ενωτικό χαρακτήρα της ποίησης και την κοινή γλώσσα που αυτή εμπεριέχει. Άλλωστε, ο ίδιος είχε ασχοληθεί και με τη στρατευμένη ποίηση. Ποτέ, όμως, δεν του άρεσε να διακρίνει κάποιον από τις ιδεολογίες του. Όπως μας διευκρινίζει, «όταν κανείς αξίζει οποιαδήποτε τοποθέτηση μπορεί να παραβλεφθεί. Υπάρχουν περιπτώσεις περίφημων ποιητών που ήταν ή κομμουνιστές ή φασίστες. Εγώ κρατώ την ποίηση τους. Δεν με ενδιαφέρουν τα υπόλοιπα τελικά». Και όντως σε αυτό το πλαίσιο κατάφερε να διοργανώσει μαζί με τους συνεργάτες του τουλάχιστον δεκαέξι αφιερώματα σε ποιητές, οι οκτώ εκ των οποίων ήταν Θεσσαλονικείς από τη γενιά του τριάντα και την πρώτη μεταπολεμική γενιά ενώ οι άλλες οκτώ ήταν αφιερωμένες σε ξένους ποιητές.

Γεννήθηκα για να γράφω

Έχοντας εκδώσει δεκάδες βιβλία ο ποιητής παραδέχεται ότι το έργο του είναι μια “κατάθεση ψυχής”: «Αυτός είναι ο τομέας μου. Εγώ γεννήθηκα για να γράφω βιβλία. Αυτό κάνω μέχρι σήμερα, η μεγάλη μου κλίση, ο προορισμός μου στη ζωή» διαπιστώνει.

Τα διηγήματα στο τελευταίο του βιβλίο είναι βασισμένα σε αληθινές καταστάσεις που βίωσε στη λέσχη του. “Μπορεί να μην είναι πολλοί οι αναγνώστες της ποίησης αλλά είναι εκλεκτοί. Και εμείς έχουμε μια μεγάλη παρέα από νέους ποιητές. Στη λογοτεχνία το νέος έχει μια άλλη διάσταση” εξηγεί χιουμοριστικά, καθώς αναφέρεται σε ποιητές άνω των σαράντα με πενήντα ετών. “Είναι συνήθως ποιήτριες και μαζευόμαστε σε μια συγκεκριμένη καφετέρια και είναι εισηγήτριες και στις εκδηλώσεις που κάνουμε” προσθέτει.

Παρόλο που κάποια βιβλία του μπορεί να φαίνονται διδακτικά, ο ίδιος πιστεύει ότι δεν έχουν διδακτικό χαρακτήρα καθώς “καταθέτει αυτά που έχει ζήσει και έχει γνωρίσει”. Υπηρετεί την τέχνη του, η οποία είναι αδύνατο να οριστεί. “Η ποίηση είναι ένα μυστήριο όπως κάθε μορφή τέχνης. Έχουν δοθεί χιλιάδες ορισμοί πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η ποίηση δεν ορίζεται αλλά αναγνωρίζεται, μπορείς να καταλάβεις την ποίηση όπου υπάρχει. Ο κάθε ποιητής έχει γράψει πέντε-έξι ποιήματα για το τι είναι η ποίηση” μας λέει. Για τον ίδιο, «όλες οι μορφές τέχνης προϋποθέτουν έναν προορισμό. Για αυτόν που από μικρός καταλαβαίνει την κλίση του στον συγκεκριμένο τομέα, τη δωρεά του, η οποία δεν είναι και καθόλου δωρεάν αφού πρέπει να δουλέψει μια ολόκληρη ζωή για να αξιοποιήσει αυτό που του δόθηκε. Απαιτεί ισόβια αφοσίωση και σκληρή δουλειά. Κανένας δεν έχει κάνει κάτι σημαντικό χωρίς να έχει δουλέψει σκληρά, όποια και αν είναι η δωρεά του». Αυτό προσπαθεί να εξηγήσει και στους δεκάδες μαθητές που συναντά όταν επισκέπτεται ως προσκεκλημένος κάποιο σχολείο. Εκεί πολλές φορές υπερβαίνει τον χρόνο που του έχει δοθεί καθώς οι μαθητές εκφράζουν τα ερωτήματα τους. «Οι νέοι άνθρωποι, οι μαθητές, μου αφήνουν εξαιρετική εντύπωση. Είναι η καλύτερη γενιά που είχαμε ποτέ απλώς πρέπει να τους δώσουμε την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με τους κατάλληλους ανθρώπους» επισημαίνει. «Πρέπει να μιλήσουμε στην κατάλληλη γλώσσα στα παιδιά που είναι η γλώσσα της αλήθειας» καταλήγει.

Η αλήθεια για αυτόν αποτυπώνεται στη γραφή του. Η έμπνευση του φαίνεται να είναι απεριόριστη. Εμπνέεται από «άπειρα πράγματα. Οι αιώνιες πηγές της έμπνευσης είναι η ίδια η ανθρώπινη ύπαρξη και η ταλαιπωρία της. Είναι ο έρωτας και η αγάπη με οποιαδήποτε μορφή» τονίζει. Την ίδια στιγμή, όμως, καθώς βλέπει το 38ο βιβλίο του διαπιστώνει ότι τίποτα δεν αλλάζει στον ίδιο: «Εξακολουθώ να είμαι εκείνο το παιδί που έγραψε το πρώτο του βιβλίο, με όλες τις απορίες, τα ερωτήματα, την επαναστατικότητα, την αγνότητα, απλώς φέρνω τα σημάδια μιας ολόκληρης ζωής πάνω μου». Η πείρα που έχει συγκεντρώσει όλα αυτά τα χρόνια ενσωματώνεται στη γραφή του. “Είμαι βιωματικός ποιητής και πεζογράφος” αναφέρει για να καταλήξει σε μια διαπίστωση που εκφράζει όλη του την αντίληψη για την τέχνη του: “Είμαι ένα αιώνιο μαθητούδι στην περιπέτεια της ζωής”.


INFO
Τόλης Νικηφόρου, Η λέσχη της κόκκινης ή γαλάζιας αλεπούς, Εκδόσεις Μανδραγόρας

Η συνέντευξη μας δημοσιεύτηκε στο Κυριακάτικο Φύλλο της Εφημερίδας Μακεδονίας στις 9/8/2020