Oι διακοπές του Βίκτωρος Ουγκώ – Ένα συναρπαστικό ταξιδιωτικό διήγημα

Της Χαρούλας Τσάλιου

Ο Βίκτωρ Ουγκώ δεν εγκατέλειπε συχνά το σπίτι του στη Μπεζανσόν για να πάει στην Νέα Ακουϊτανία. Εκτός εάν επρόκειτο για το Sarlat la Caneda, τη μικρή μεσαιωνική πόλη στη Δορδόνη, στα κεντροδυτικά της Γαλλίας.

Ο Ουγκώ εκτιμούσε, όπως κάθε διανοούμενος, τις μικρές, όμορφες γωνιές του κόσμου, εκεί όπου μπορεί να συλλογίζεται ανεμπόδιστα, να πιάνει ψιλή κουβέντα με τη συνείδησή του και ν’ ανατρέχει στα γεγονότα της έντονης ζωής του.

Όταν επισκεπτόταν το Σαρλά-λα-Κανεντά, διάλεγε πάντοτε το μικρό μαγαζάκι στο δίστρατο για ν’ απολαύσει τον καφέ του, καθόταν στο ίδιο τραπέζι, το οποίο συμπτωματικά ήταν πάντα διαθέσιμο και συναντούσε, πάλι συμπτωματικά, τον ίδιο ηλικιωμένο κύριο.

Του είχε δώσει μάλιστα κι όνομα: Γκούσταβ. Ο Ουγκώ καθόταν πίσω του, με το βλέμμα του στραμμένο στη είσοδο του μαγαζιού.

Του άρεσε να βλέπει ποιός μπαίνει, ποιός βγαίνει, τί κρατάει, την έκφραση στο πρόσωπό του, του άρεσε δηλαδή να διαβάζει τους ανθρώπους. Συχνά έπεφτε το μάτι του στη μικρή, καμπυλωτή τέντα πάνω από την είσοδο. Νόμιζε μάλιστα πως έβλεπε γραμμένο τ΄ όνομά του!

Από το τρένο, αμπελώνες στο St Emilion, France. Φωτο: Χαρούλα Τσάλιου, 3/8/2023.
Άγαλμα Syrano, πλατεία Bergerac. Φωτο: Χ. Τσάλιου, 3/8/2023

Ο Ουγκώ έφτασε στις 4 Αυγούστου στο Σαρλά-λα-Κανεντά, μα εκεί έχει πάντα δροσιά και λίγη βροχούλα, χειμώνα-καλοκαίρι. Ήταν πολύ κουρασμένος απ΄ αυτό το ταξίδι του στο Παρίσι. Το πόσο εφήμερα είναι όλα στη ζωή, το είχε συνειδητοποιήσει ακόμα μια φορά. «Μόνο ο έρωτας και η επανάσταση είναι παντοτινά» σκέφτηκε.

Μια μέρα πριν, είχε ξεκινήσει πολύ πρωί με το τρένο από το Παρίσι για το Μπορντώ. Στο Μπορντώ, άλλαξε γραμμή προς Σαν Εμιλιόν κι έτσι είχε πάλι την ευκαιρία να δει τους αμπελώνες από το παράθυρο. Το τρένο όμως χάλασε κι ο Ουγκώ έπρεπε να διανυκτερεύσει στο Μπερζεράκ.

Το είδε όμως σα μια υπέροχη αναποδιά – ευκαιρία για ν’ απολαύσει το φημισμένο κρασί της περιοχής. Δεν έχασε καθόλου χρόνο. Βγήκε απ΄ το σταθμό, έκατσε απέναντι στη μικρή, παραδοσιακή ταβέρνα και παρήγγειλε το αγαπημένο Cabernet Sauvignon, το οποίο ήρθε στην κατάλληλη θερμοκρασία, με το κατάλληλο ψηλό ποτήρι.

Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε, έφερε ως τα ρουθούνια του μυρωδιά από βρεγμένο χώμα και σκέφτηκε πόσο τυχερός είναι, που μια ανώτερη δύναμη διαλέγει και του προσφέρει τέτοιες υπέροχες στιγμές.

Ο Ουγκώ ήπιε γρήγορα το μισό μπουκάλι καμπερνέ κι όσο κι αν το απέφευγε να σκεφτεί εκείνο που πραγματικά τον έκαιγε, δε τα κατάφερε. Έτσι συμβαίνει πάντα όταν ο νους του ανθρώπου χαλαρώσει. Τότε βρίσκουν τη πόρτα της καρδιάς του ανοιχτή και τρυπώνουν οι δυο μεγάλες δυνάμεις του κόσμου, ο ΄Ερωτας κι ο Θάνατος. Η Παναγία του Παρισιού είναι ένα κουφάρι!

Το είδε με τα μάτια του: πέτρες, ξύλα, στάχτη κι άλλη στάχτη, όλα ένα μείγμα, όπως μια εκταφή, ένας σωρός από διάφορα υλικά ανακατωμένα, που μάταια διακρίνεται κάτι που να θυμίζει το νεκρό. Η Παναγία των Παρισίων, ένας ανοιχτός τάφος, με πεσμένες μέσα του αψίδες, αγάλματα με κομμένα κεφάλια, στασίδια στραπατσαρισμένα και μακρόστενα κομμάτια από το κωδωνοστάσιο.

Το βλέμμα του Ουγκώ πέτρωσε. Είδε ανθρώπους με χρωματιστά γιλέκα, σκαρφαλωμένους στις σιδερένιες σκαλωσιές, γερανούς να περικυκλώνουν το ναό, που λαβωμένος τόσο πολύ δε ξέρει αν θέλει να ξαναζήσει, να ξανασταθεί στα πόδια του. Η φωτιά. Η φωτιά! Με σπασμένα τα φτερά της, δίχως περηφάνια, δίχως λάμψη, η Παναγία των Παρισίων νιώθει σαν τον Κουασιμόδο τις στιγμές που τον περιγελούσε το πλήθος για την ασχήμια του, τις φορές που τον λυπόταν για την καμπούρα του κι εκείνος έβρισκε καταφύγιο στο τεράστιο γοτθικό κωδωνοστάσιο, σ’ αυτό το ίδιο κωδωνοστάσιο που τώρα είναι κατάχαμα θρυμματισμένο όπως η αξιοπρέπειά του.

Ο Ουγκώ, ένιωσε ένα σπαθί να τον διαπερνάει από τις κόρες των ματιών του ως την πλάτη. Κι είδε, καθώς ψυχορραγούσε το κουράγιο του, πιο κει στημένη μια εξέδρα που κάθονται οι άνθρωποι, μέρα –νύχτα και την ξενυχτάνε σα νεκρή ή σαν ασθενή, κάθονται και δεν την αφήνουν ποτέ μόνη την Notre Dame τους. Με ήλιο ή με βροχή, οι άνθρωποι βολεύονται πάνω στα ξύλινα σκαλοπάτια, σηκώνεται ο ένας και τη θέση του παίρνει ο άλλος.

Ο Ουγκώ άκουσε μάλιστα απ’ τους περαστικούς ότι τεχνίτες απ’ όλο τον κόσμο έρχονται Κοντά της, άλλος να της βάλει τον ορό, άλλος να τη χειρουργήσει, άλλος να την καθαρίσει, άλλος να την εμψυχώσει. Κι ότι κι άλλοι, άνθρωποι κι εκείνοι, ψάχνουν προσεκτικά κάθε μέρα τα δάση της Γαλλίας να βρουν δεκαπεντάμετρα δέντρα για Χάρη της, για να τις φτιάξουν γερές και ψηλές τις αντηρίδες της πάλι, να τοποθετήσουν όμορφα τους ρόδακες, να δέσουν σωστά τους θόλους, τα τόξα, τις αψίδες, όπως ακριβώς τα πρωτοέφτιαξε το ανθρώπινο χέρι αιώνες πριν. Ο άνθρωπος! Τι υπέροχο πλάσμα, πόση δύναμη, πόση ομορφιά έχει ο άνθρωπος όταν συμπονά!

Η Παναγία των Παρισίων σήμερα. Φωτο: https://cdn.theatlantic.com/

Στράγγιξε όλο το μπουκάλι ο Ουγκώ, σουρούπωνε, σηκώθηκε βαρύς, χαιρέτησε τρεις -τέσσερεις ντόπιους στα διπλανά τραπέζια και κατευθύνθηκε στο μικρό πανδοχείο πίσω απ’ το σταθμό. Μερικές στάλες βροχής χάιδεψαν το ψάθινο καπέλο του, άλλες δυο -τρεις τα μανίκια του λευκού σακακιού του κι εκεί ο Ουγκώ άρπαξε την ευκαιρία να δακρύσει άφοβα. Φαρδύς- πλατύς ξάπλωσε και παραδόθηκε με τα ρούχα στον ύπνο.

Το δωμάτιο σείστηκε από το ροχαλητό του. Πριν χαράξει, σηκώθηκε κι άνοιξε το παράθυρο για να απολαύσει την ησυχία της νύχτας. Έβγαλε από την τσάντα του ένα κομμάτι χαρτί, έκατσε μπροστά στο παράθυρο κι ας κρύωνε, ακούμπησε τη γραφική ύλη στα πόδια του κι άρχισε να γράφει όπως γράφει ένας αληθινός συγγραφέας : με την καρδιά του.

Hotel L’ Europe, Bergerac. Φωτο: Χ. Τσάλιου. 3/8/2023

ΣΤΟ ΣΑΡΛΑ-ΛΑ-ΚΑΝΕΝΤΑ

Ο Βίκτωρ Ουγκώ έπινε τον καφέ του στο γνωστό τραπέζι στο Σαρλα-λα– Κανεντά και διάβαζε και ξαναδιάβαζε το δρομολόγιο της γραμμής 14 για ν΄ αποφασίσει σε ποιά χωριά θα κατέβαινε και ποιά όχι στη σημερινή του εκδρομή. Θα ξεκινούσε με το λεωφορείο των 10.45 από τον κεντρικό σταθμό του τρένου, θα κατέβαινε στο Beynac–et-Cazenac να θαυμάσει το ποτάμι, στις 13.09 θα ανέβαινε πάλι στο λεωφορείο για να συνεχίσει στους κήπους Jardins de Marqueyssac, στο La Roche δε θα κατέβαινε λόγω πολυκοσμίας, θα κατέβαινε όμως στη Domme γιατί είχε ακούσει ότι ήταν πολύ όμορφο χωριό. Εκεί θα γευμάτιζε και θα έπαιρνε τον απογευματινό καφέ του πριν πάρει το λεωφορείο των 18.19 για να επιστρέψει στο Σαρλά πριν νυχτώσει.

Φωτο Χ.Τ., 5/8/2023
Beynac-et-Cazenac, Φωτο: Χ.Τ. 5/8/2023
Beynac-et-Cazenac, Φωτο: Χ.Τ. 5/8/2023
Beynac-et-Cazenac, Φωτο: Χ.Τ. 5/8/2023
Beynac-et-Cazenac, Φωτο: Χ.Τ. 5/8/2023
Beynac-et-Cazenac, Φωτο: Χ.Τ. 5/8/2023
Domme, Φωτο: Χ.Τ., 5/8/2023

Στο χωριό Domme, ένα πραγματικά μεσαιωνικό χωριό που δε το έχει αγγίξει ο χρόνος, ο Ουγκώ περπάτησε ως κάτω το ποτάμι και ως πάνω στις γειτονιές του χωριού. Κάθισε να ξεκουραστεί και να απολαύσει τον καφέ του. Εκεί παρατήρησε ένα σπίτι απέναντι, στο οποίο μπαινόβγαιναν αρκετοί άνθρωποι. Ήπιε δυο γουλιές και ανυπόμονα πήγε κι εκείνος κοντά. Ήταν ένα σπίτι –βιβλιοπωλείο. Δίχως να τον σταματήσει κανείς, πέρασε τη μικρή αυλή και μπήκε.

Ο χώρος ήταν πολιορκημένος από ράφια με βιβλία, από πάνω ως κάτω που αν κάποιος δεν αγαπά τα βιβλία, δεν θα μπορούσε να ανασάνει εκεί μέσα. Μα ο Ουγκώ ανάπνεε βαθιά σα το ζωντανό ψάρι που το ξεψαρίζει ο ψαράς και το πετά πάλι στη θάλασσα. Προχώρησε ακόμα πιο μέσα, ανέβηκε τα σκαλοπάτια και πέρασε στον πάνω όροφο. Χώθηκε με άνεση στους στενούς διαδρόμους, προσεκτικά να μη πατήσει τα βιβλία που υπήρχαν στο δάπεδο κι ανέβηκε ακόμα μια μικρή σκάλα που τον οδήγησε στη σοφίτα. Από το παραθυράκι της σοφίτας, έβλεπε έξω τον ήσυχο δρόμο. Α, ο σερβιτόρος δεν είχε μαζέψει ακόμα το φλιτζάνι του από το τραπέζι.

Domme @ Histoires del lire Φωτο: Χ.Τ. 5/8/2023

Στη σοφίτα ήταν μόνος και φοβόταν πως από στιγμή σε στιγμή κάποιος θα εμφανιζόταν και δικαίως θα τον ρωτούσε πως χώθηκε δίχως άδεια στο ξένο σπίτι. Ο Ουγκώ, έγερνε το κεφάλι πότε δεξιά πότε αριστερά για να διαβάσει τους τίτλους στα ράφια. Βερλαίν, Μαλαρμέ, Όμηρος, Σαίξπηρ, Δάντης, Αριστοφάνης, Βίβλος, αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι ποιητές, φιλόσοφοι, διατάγματα του Λουδοβίκου, τόμοι, αφίσες, εφημερίδες.

Λες κι ό,τι είχε γραφτεί ως εκείνη τη στιγμή σ’ όλο τον πλανήτη, βρίσκονταν όλα στοιβαγμένα εκεί μέσα. Τα δικά του τα βιβλία; Ήταν σε κάποιο ράφι ή ακόμα και στο έδαφος σε τούτο το επαρχιακό σπίτι; Εκείνος που έγραψε για την ελευθερία, για τους αδικημένους, εκείνος που πάλευε για την ισότητα, την αδελφοσύνη και την πατρίδα και που μόλις είχε επιστρέψει απ΄ την εξορία γι’ αυτά; Εκείνος δεν είχε θέση στα ράφια; Ίσως ήταν πια πολύ Ρομαντικός!

Σκόνταψε σε μια στοίβα με αντίγραφα από πίνακες ζωγραφικής. Ξεχώρισε αμέσως τη Σφαγή της Χίου, τον Ντελακρουά το φίλο του, θυμήθηκε την Ελλάδα, θυμήθηκε κι αυτή την Καταστροφή και αυτός που δεν δάκρυζε εύκολα, είχε δακρύσει δυο φορές μέσα σε δυο μέρες.

Κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Κοντοστάθηκε στην πόρτα. Και τότε είδε όλα τα βιβλία του, όλα ήταν εκεί, όλα είχαν το όνομά του. “Les Miserables” είπε φωναχτά, κατέβασε πιο χαμηλά το καπέλο του και πετάχτηκε έξω ευτυχισμένος.

Ο Ουγκώ επέστρεψε αρκετά κουρασμένος από την εκδρομή του στα χωριά. Τον ταλαιπωρούσε το δεξί πόδι του και τ΄ αρθριτικά. Κατέβηκε απ’ το λεωφορείο ακριβώς στις 18:40. Θα διέσχιζε την κεντρική πλατεία του Σαρλά, θα ανηφόριζε λίγο το δρόμο που οδηγεί στο πάρκο με τα αιωνόβια δέντρα και σε λίγα λεπτά θα έμπαινε στην αυλή του πανδοχείου.

Το πανδοχείο αυτό, το συντηρούσε περίφημα μια γυναίκα από την Αρμενία, ήταν μια μεγάλη ιστορία το πώς είχε βρεθεί εκεί. Οι γάτες της, Σίσσυ και Πίσσα, θα γρύλιζαν ναζιάρικα όταν θα τον άκουγαν να μπαίνει στην αυλόπορτα, να ξεκλειδώνει την πόρτα και να περνά απ΄ την κουζίνα για ν’ ανέβει τη μικρή ξύλινη σκάλα, που έτριζε λίγο, ως το δωμάτιό του.

Πλατεία Sarlat-la-Caneda. Φωτο: Χ.Τ., 5/8/2023

Διασχίζοντας την πλατεία, ο Ουγκώ αντίκρισε αρκετό κόσμο μαζεμένο. Τα χειροκροτήματα, οι εύθυμες φωνές και η μουσική, τον έκαναν να ξεφύγει λίγο από την πορεία του και να πλησιάσει. Ένα ζευγάρι θεατρίνων έκανε ακροβατικά, περνούσαν ο ένα μετά τον άλλο μέσα από μεταλλικούς κρίκους που είχαν στήσει ψηλά, έκαναν τούμπες ξανά και ξανά και τολμηρά νούμερα. Έπειτα, χόρεψαν.

Ο κόσμος μαγεμένος παρακολουθούσε το ζευγάρι να χορεύει έναν παθιασμένο χορό. Το μελαχρινό κορίτσι με το βλέμμα να καίει, στριφογυρνούσε σαν αγρίμι, ανασήκωνε με τις παλάμες τη τσιγγάνικη φούστα της χορεύοντας, έβγαζε κραυγές σα να ζητούσε ελευθερία, σα να γεννούσε, σα να αγαπούσε και ξεσήκωσε το πλήθος στην πλατεία του Σαρλά.

Δεν υπήρχε άντρας που να μη τη θαυμάσει και γυναίκα που να μη τη ζηλέψει, έτσι όπως ο αγαπημένος της την πετούσε ψηλά και την έπιανε πάλι με τα δυνατά του μπράτσα. Κι εκείνη γελούσε, γελούσε, γελούσε μέσα στην παράνοια του έρωτα. Ο Ουγκώ βγήκε μέσα από τα πλήθος κι έφυγε βιαστικά. «Εσμεράλντα. Παντού η Εσμεράλντα!», ψέλλισε και έτρεξε προς το πάρκο σα προδομένος νεαρός, αγνοώντας το πονεμένο πόδι του.

Sarlat, Φωτο: Χ. Τσάλιου, 5/8/2023

ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

Ο Ουγκώ επέστρεψε ξεκούραστος στο Παρίσι. Είχε μια κάπως διαφορετική επίσκεψη να κάνει σήμερα που την είχε αναβάλλει αρκετά. Προτίμησε να πάει αργά το απόγευμα με τη δροσιά. Διέσχισε με σταθερό βήμα τους κήπους του Λουξεμβούργου, φορώντας το λευκό, λινό του κοστούμι κι ένα ψάθινο καπέλο, όλα κομμένα και ραμμένα στα μέτρα του, από τον ράφτη του στη Μονμάρτη.

Οι κήποι του Λουξεμβούρου, Παρίσι, Φωτο: Χ.Τ., 8/8/23

‘Όποια εποχή του χρόνου κι αν περνούσε από τους Κήπους, ο Ουγκώ θαύμαζε τα ψηλά δέντρα του, καταπράσινα την άνοιξη, κίτρινα το φθινόπωρο, πάντα τόσο τέλεια στοιχισμένα σα Γάλλοι στρατιώτες έτοιμοι για επανάσταση. Υψώνονταν τόσο υπερήφανα λες κι έλεγαν τον εθνικό ύμνο κι ανάγκαζαν τον καθένα να κοιτάζει ψηλά τον παρισινό ουρανό. Έπιασε τη Rue Vavin, στη συνέχεια έστριψε στην Boulevard Rapsail , έπειτα δεξιά στην Montparnasse και μπήκε στο νεκροταφείο από την είσοδο της Edgar Quinet.

Αχα! του απάντησε ο υπάλληλος, Oui, Oui….Βaudelaire! Τον έπιασε σχεδόν απ’ το χέρι, τον έβγαλε στο κεντρικό άξονα του νεκροταφείου και τον πέρασε μέσα απ’ τα μνήματα στο απέναντι διάζωμα. Ο Ουγκώ ακολουθούσε το γρήγορο βήμα του- ο άνθρωπος αυτός κινούνταν σα στο σπίτι του- και γυρνώντας το κεφάλι του γρήγορα δεξιά κι αριστερά προσπαθούσε να διαβάσει τα ονόματα πάνω στις επιτύμβιες στήλες. Πρόλαβε να διαβάσει εκείνο της Μαρί Ντυπλεσί, της τόσο νέας ερωμένης του Δουμά. «Έτσι ήταν όπως στη φωτογραφία εδώ» σκέφτηκε, «με τις μαύρες, γυαλιστερές, μακριές κοτσίδες της να πέφτουν δεξιά κι αριστερά στους ώμους. Η αγάπη είναι φωτεινή σαν την αυγή και σιωπηλή σαν τον τάφο».

Ο υπάλληλος, φλυαρώντας, οδήγησε τον Ουγκώ ως το μνήμα που ζητούσε, τον άφησε κι έφυγε. Καθημερινά αναρωτιόταν: «τι κάνουν οι άνθρωποι στα μνήματα των διάσημων; Τον ρωτούν πού είναι το μνήμα του τάδε πού είναι το μνήμα της δείνα, έπειτα κάθονται στο μνήμα αμίλητοι, βάζουν τα γυαλιά τους για να διαβάσουν την επιτύμβια στήλη, στη συνέχεια απαγγέλουν ένα ποίημα, στο τέλος αφήνουν ένα σημείωμα το οποίο σε λίγες ώρες το έχουν κουτσουλίσει τα περιστέρια».

Ο Ουγκώ, στάθηκε μπροστά στον οικογενειακό τάφο του Μπωντλαίρ, ακίνητος και σοβαρός. Τον θαύμαζε. Πέθανε τόσο νέος. Γνώριζε ότι ο Μπωντλαίρ τον θεωρούσε παλαιών αρχών αλλά ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ρεαλιστή και μάχιμο, αντιρρησία, αντικληρικό πράματα που είχε αποδείξει με τις πράξεις του. Όταν έμαθε μάλιστα ότι ο Μπωντλαίρ έλεγε ότι έπρεπε να γυρίσει ο ίδιος τη σελίδα της γαλλικής διανόηση αφήνοντας πίσω τον Ουγκώ, από τον οποίο είχε τόσα μάθει και επηρεαστεί, δυσαρεστήθηκε. «Γιατί αγαπητέ μου δεν έγινες ποτέ πραγματικός φίλος μου; Γιατί με είχες αποκαλέσει ως και Ανόητο; Η σκέψη σου ήταν πάντα πιο σκοτεινή, η ζωή μια κραυγή κι ο θάνατος η λύτρωση. Τι είναι Κόλαση φίλε μου; Τι είναι Παράδεισος; Τι είναι ανθρώπινη ευτυχία; Τι είναι Ελευθερία; Πού είναι η Ελευθερία; Σαρλ φίλε μου, έχω ζήσει και δόξα και έρωτα και ποίηση και θλίψη. Η ζωή, το νιώθω πως μού ετοιμάζει περισσότερη θλίψη για το τέλος. Όταν σε ακολουθήσω, ίσως μου βρουν μια θέση εδώ κοντά σου για να μάθω κι εγώ, μαζί σου, αν η ζωή τελειώνει εδώ ή από εδώ αρχίζει». Ο Ουγκώ είδε τον υπάλληλο να πλησιάζει με κάποιους επισκέπτες το μνήμα του Μπωντλαίρ, κατέβασε το καπέλο του πιο χαμηλά κι έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Θ’ αργούσε λιγότερο από δεκαπέντε χρόνια η στιγμή της ταφής του Ουγκώ στο Πάνθεον του Παρισιού, μαζί με το Ρουσσώ, το Βολταίρο, τους Κόμηδες και τους Καρδινάλιους της Γαλλίας. Δεν επισκέφτηκε ποτέ ξανά το νεκροταφείο στη Μονπαρνάς.

Νεκροταφείο Montparnasse, Οικογενειακός τάφος Μπωντλαίρ. Φώτο: Χ. Τσάλιου, 8/8/2023

ΣΤΗ ΜΟΝΜΑΡΤΗ

Ο Ουγκώ θα είχε κι άλλη μια σπουδαία συνάντηση την ίδια μέρα. Απόψε θα συναντούσε τον ακριβό του φίλο Henri Marquand. Τον φίλο και εκδότη που γνώρισε στην εξορία του στο Guernesey. Είχε έρθει ένα ταξίδι αστραπή στο Παρίσι και ήθελαν οπωσδήποτε κι οι δυο τους να συναντηθούνε. Τι σπουδαία μέρα! Θα ανέβαιναν όπως πάντα στη Μονμάρτη και θα κάθονταν στο καφέ Chappe. Θα μιλούσαν για Πολιτική. Για Οικονομία. Για Τέχνη. Για τους νέους πίνακες ζωγραφικής που είχε αποκτήσει ο Henri κι αυτός να ήταν πιθανά ο λόγος του ταξιδιού του: οι νέοι ζωγράφοι της Μονμάρτης.

Μονμάρτη, Παρίσι. Από το λόφο του Ναού Sacre Coeur, Φωτο: Χ. Τσάλιου, 8/8/2023

Ο Ουγκώ συνάντησε το φίλο του και έπεσε με λαχτάρα στην αγκαλιά του. Οι δυο άντρες μιλούσαν ασταμάτητα κι απολάμβαναν το κόκκινο κρασί τους. Η συζήτηση περί ζωγραφικής ειδικά ήταν η πιο ενδιαφέρουσα κι ο φίλος του γνώριζε πολλά γι΄ αυτή. Η ζωγραφική του Ουγκώ ακολουθούσε πιστά το Ρομαντισμό αλλά οι νέοι ζωγράφοι που προτιμούσαν την περιοχή της Μονμάρτης, είχαν ήδη δημιουργήσει μια παρέα που αναπτυσσόταν γοργά. Ήταν τολμηροί σε όλα τους, τα έντονα χρώματα που χρησιμοποιούσαν κι οι άτακτες πινελιές τους στον καμβά, τα ίδια τα θέματα που απεικόνιζαν την καθημερινότητα και τις ανθρώπινες σχέσεις, αντικατόπτριζαν έναν διαφορετικό κώδικα αξιών, μια νεωτερικότητα που είχε ήδη περάσει τις πύλες του Παρισιού.

Ένα αεράκι κυκλοφορούσε κάθε βράδυ στα στενά της Μονμάρτης, χωνόταν στα μισοφωτισμένα δωμάτια με τα καβαλέτα μέσα από τα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα, καινούργιες φωνές ψιθύριζαν στ’ αυτιά των περαστικών νέες εκδοχές για τον έρωτα, την πολιτική, την ελευθερία, τη τέχνη. Αυτούς τους άτακτους κι ελεύθερους τους έλεγαν ιμπρεσιονιστές.

Η κρεμάστρα με τα ρούχα του Oυγκώ, Café Chappe, Μονμάρτη, Φωτο: Χ.Τ 8/8/2023.

Γι αυτούς συζητούσαν οι δυο φίλοι απόψε με τόσο ενδιαφέρον ώσπου τα μαγαζιά τριγύρω έκλειναν σιγά σιγά. Ο Ουγκώ πλήρωσε το λογαριασμό, καληνύχτισε τον κουρασμένο ιδιοκτήτη και μη διακόπτοντας την κουβέντα του φίλου του, κατηφόρισαν το λόφο εκείνη την αυγουστιάτικη, έναστρη βραδιά. Ο Ουγκώ, δε συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχάσει τα υπάρχοντά του στη κρεμάστρα του καφέ, το λινό σακάκι και το ψάθινο καπέλο του- ραμμένα από τον ράφτη του στη Μονμάρτη- παρά μόνο όταν έφτασε κατάκοπος και ευχαριστημένος στο σπίτι του.

Ήταν εκεί ακόμα, στην κρεμάστρα του Café Chappe, στην 8 Rue Tardieu, όταν έπινα τον καφέ μου εκείνο το πρωινό του Αυγούστου και τα είδα. Τα αναγνώρισα! Τότε ακριβώς σχεδίασα τις Διακοπές του μεγάλου ρομαντικού Βίκτωρα Ουγκώ.

The Οnlooker, Ο φύλακας του Σαρλά, Πλατεία Σαρλά, 7/8/2023