Sunday, September 26

La Jument: Ο φωτογράφος του φαροφύλακα

Ήταν 3 Αυγούστου του 2009, Δευτέρα, όταν ο διάσημος Γάλλος φωτογράφος των Φάρων  Jean Guichard, έσυρε με προσοχή στο πίσω κάθισμα του ελικόπτερου, ένα διπλωμένο κάδρο διαστάσεων 1,10 Χ 0,90 και στη συνέχεια  πέταξε  ως το νησί Ουεσάν  της Βρετάνης,  στο σπίτι  που ζούσε ο συνταξιούχος πια φαροφύλακα Theodore Malgorne.  Ο σκύλος του φύλακα, όρμησε από  το πίσω μέρος του σπιτιού γαβγίζοντας, μα  αμέσως φρέναρε κι υποχώρησε δυο τρία βήματα,  όταν είδε το  φαροφύλακα   ν’ ανοίγει  το ξύλινο μπλε πορτάκι για να μπει  ο φωτογράφος στην πετρόχτιστη αυλή τους με τις λεβάντες. Οι δυο άντρες  πέρασαν  στην κουζίνα,  τη στιγμή  που σφύριζε η τσαγιέρα  και  ο καφές μοσχομύριζε στην καφετιέρα  που βρισκόταν  λίγο πιο χαμηλά από έναν  Εσταυρωμένο. Φωτογράφος και φαροφύλακας, τοποθέτησαν  τη συσκευασία  πάνω στο τραπέζι κι άρχισαν να την ανοίγουν προσεκτικά,  ώσπου φάνηκε η περίφημη φωτογραφία με την κοινή τους ιστορία.  Είκοσι χρόνια  απ΄ την ημέρα εκείνη,  ο φωτογράφος, μετά από  τις  εκατομμύρια  αναπαραγωγές   και τη  παγκόσμια βράβευση, αποφάσισε να επισκεφτεί  το  φαροφύλακα  και  να  παραδώσει  ο ίδιος  με αφιέρωση,  τη φωτογραφία στο πρωταγωνιστή της.

Στις 23 Δεκεμβρίου του 1989, ο Theodore Malgorne  ήταν διορισμένος φαροφύλακας  σ’  έναν από τους πιο όμορφους και επικίνδυνους φάρους της περιοχής.  Στο φάρο La Jument,  στο  Finistere της Βρετάνης.  Η θάλασσα εκεί  από το 1888 ως το 1904, είχε  καταπιεί τριάντα ολόκληρα καράβια κι έτσι η δημιουργία φάρων στο Βόρειο Ατλαντικό ήταν επιτακτική ανάγκη. Πολύ κοντά στα κοφτερά βράχια, διέρχονταν ιστιοφόρα της εποχής που μετέφεραν  τα πολύτιμα φορτία  από τις  εξωτικές  αποικίες  στα ευρωπαϊκά ύδατα. Το εμπόρευμα, που είχε κάνει  όσο δρόμο προκαλώντας  πολιτιστικές και  πολιτικές αναταραχές  στον κόσμο,  έπρεπε να διανύσει  τους  δρόμους  του εμπορίου με ασφάλεια. Οι φανοί,  έπρεπε να παραμένουν όλη τη νύχτα αναμμένοι. Κάποτε, αυτό ήταν έργο των  μοναχών, άλλοτε των κατάδικων,  ώσπου ανέλαβαν  οι  διορισμένοι  φαροφύλακες  μέχρι την τελευταία εικοσαετία,  όπου όλα  αυτοματοποιήθηκαν κι οι φάροι δουλεύουν μόνοι κι έρημοι.

Ο φωτογράφος, κείνη τη μέρα, είχε πετάξει με τον πιλότο του με μεγάλη δυσκολία ως το Βισκαϊκό κόλπο αλλά ήταν μια μέρα με ιδανική κακοκαιρία για τη φωτογράφηση  ενός  ακόμα φάρου μέσα  σε  θύελλα. Για τον φαροφύλακα ήταν μια μέρα από κείνες που δε μπορεί να ξεχάσει ένας φαροφύλακας.   Είχε αναγκαστεί να  μείνει στο ψηλότερο σημείο του φάρου αντικρίζοντας  με υπομονή  τις  τεράστιες υδάτινες  φλόγες  να  γλύφουν μέχρι και τα τζάμια του τσιμεντένιου φάρου, που το ύψος του ξεπερνούσε τα πενήντα μέτρα συν  το βράχο και τη βάση πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Όχι πως δε είχε ζήσει κάτι παρόμοιο στη καριέρα του.  Τέτοιες  θύελλες συμβαίνουν τριάντα  περίπου φορές  ετησίως σε κείνα τα νερά μα κάθε φορά  είναι σα την πρώτη.  Ο Theodore, έπρεπε να κάνει και πάλι σωστά τη δουλειά του: ο φανός πρέπει να είναι αναμμένος όλη τη νύχτα πάση θυσία κι έτσι έπρεπε να  επισκέπτεται συνέχεια  το μηχανοστάσιο για να ελέγχει  αν ο μηχανισμός  λειτουργεί  σωστά και αν οι φανοί  τροφοδοτούνται  με  ενέργεια διαρκώς.   Έπρεπε να ετοιμαστεί για τη δύσκολη νύχτα, να προειδοποιήσει τα καράβια να φύγουν μακριά  από τα κοφτερά βράχια  του Finistere!  

Ο Theodore,  δεν πίστευε στα αυτιά του όταν άκουσε τον έλικα κείνη τη μέρα. «Μπα, η φαντασία μου είναι» είπε,  «τι κάνει εδώ το ελικόπτερο;»  «τα κύματα θα σκεπάσουν σε λίγο το φάρο». Ωστόσο, ένιωσε την ανθρώπινη παρουσία και αναθάρρησε. Κάποιος ήταν εκεί κοντά του, τον συμπονούσε στη δυσκολία, όπως ένας  καλός  φίλος  που έρχεται και  σε χτυπά στην πλάτη όταν κάθεσαι απαρηγόρητος στο παγκάκι και σου ζητά να κάνεις  λίγο παραπέρα να κάτσει κι  εκείνος.  Κάποιος είχε έρθει να τον πάρει! Να του πετάξει ένα σκοινί και να τον φυγαδεύσει.  Κι έπειτα, ασφαλής, να  χωθεί στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι του σπιτιού του,  να δει τις ειδήσεις των οκτώ, να του ετοιμάσει κοτόσουπα η κυρά του και να μαλώσει λίγο με την κόρη του που θέλει πάλι να βγει βόλτα με το γιο του γείτονα.  Κατέβηκε γρήγορα γρήγορα τη σπειροειδή σκάλα, σα σχολιαρόπαιδο στο διάλειμμα,  κι άνοιξε δίχως δεύτερη σκέψη την πόρτα. Ο πιλότος είχε πλησιάσει το ελικόπτερο όσο ήταν δυνατόν  στο  φάρο, όπως το καναντέαρ  ζυγώνει την εστία της φωτιάς.  Ήταν καλλιτέχνης  κι εκείνος  με τον τρόπο του. Ο αξεπέραστος φωτογράφος,  εστίασε το φακό του στην  πόρτα του φάρου, ο φαροφύλακας απρόσμενα βγήκε,  ο φωτογράφος  πάτησε αμέσως το ΚΛΙΚ και έβγαλε μια αθάνατη, μοναδική φωτογραφία.  Ο έμπειρος φύλακας,  κάνει  πίσω το ίδιο δευτερόλεπτο και προλαβαίνει  να κλείσει την πόρτα με ορμή. Το κύμα αυτό, θα ήταν το τελευταίο που θα έβλεπε, θα τον είχε πάρει μαζί του στον ωκεανό. Ο φύλακας, σαστισμένος, ανεβαίνει  γρήγορα τη σκάλα ως την κορυφή  και βλέπει με απορία  το ελικόπτερο να απομακρύνεται.

«Γιατί είχε έρθει  κείνο το ελικόπτερο;»  σκεφτόταν.  «Γιατί να ξεγελαστεί και να πεταχτεί έξω; Γιατί δεν τον είχαν ενημερώσει ότι θα ερχόταν να τον παραλάβει; Μα τόσο άσχημα ήταν στ΄ αλήθεια τα πράγματα;»  Το ελικόπτερο μάλλον δε κατάφερε  να ρίξει το σκοινί να τον τραβήξει. Θα έμενε εκεί. Ώσπου να περάσει και τούτη η θύελλα…

Biarritz. Φώτο:  Χαρούλα Τσάλιου

Δεν είχα δει ποτέ πριν στη ζωή μου ωκεανό ως τη στιγμή που έφτασα πριν μερικά χρόνια  στο Biarritz (Μπιαρίζ), ένα κοσμοπολίτικο θέρετρο στην νότια «μύτη» της Γαλλίας, μια βάσκικη πόλη, στο  Bay of Bisque στον Ατλαντικό  Ωκεανό, καμιά 700αριά χιλιόμετρα νότια από τον φάρο La Jument.  Δεν είναι η θάλασσα αυτή όπως τη γνώριζα.  Δεν μοιάζει σε τίποτα με την αμμουδιά με τις ξαπλώστρες και τα παιδάκια που παίζουν με τα κουβαδάκια στην παραλία. Το πρασινωπό της χρώμα είναι αποτέλεσμα της  πάλης του νερού με τα στοιχεία  χλωρίδας  κι  ό,τι υπάρχει στο βυθό:  οργανισμοί, ψάρια, ναυάγια. Πράσινα, βαθειά νερά, αφρισμένα κύματα  που σκάνε εκατοντάδες  χρόνια τώρα πάνω στα  βράχια και μ’ αυτό το χτύπημα  «έφτιαξαν  χαρακτήρα»,  έγιναν αυτό που είναι σήμερα. Σα παλαίστρα είναι  εδώ ο ωκεανός  που συναγωνίζεται  με τον άνεμο. Ένας Ποσειδώνας  με  έναν Αίολο  γρονθοκοπούνται στην επιφάνειά του και πάνω  σ’  αυτή τη μάχη μασουλάνε ό,τι  βρεθεί στο διάβα τους:  καράβια, ανθρώπους,  εμπορεύματα, σκάλες, σκοινιά, φάρους  με  τον  φαροφύλακα και  τους  φανούς τους  όλους  κι  έπειτα  σπάνε τα κατάρτια στα δυο για οδοντογλυφίδες. Ο ωκεανός είναι μια ασύλληπτη δύναμη,  σα να λέμε  μια θρησκεία.

Biarritz

Επισκέφτηκα  το Biarritz  καλεσμένη από  το Ζεράρ και η Μαρί, ένα ζευγάρι  Γάλλων που είχα γνωρίσει  στην Ελλάδα κι είχαν μείνει στο εξοχικό μου. Περίμεναν από μέρα σε μέρα την κόρη τους  να  γεννήσει σε μια γειτονική πόλη. Θα έφευγαν για να μείνουν κοντά της  να τη βοηθήσουνε και θα μου άφηναν το σπίτι τους μερικές μέρες.  Όταν έφτασα εκεί, Ιούλιο  μήνα,  μετά από μια μικρή πτήση από το αεροδρόμιου Ορλύ του Παρισιού, το αξιαγάπητο  ζευγάρι με  περίμενε στην αίθουσα αφίξεων και αφού μου κούνησαν  τα χέρια χαρούμενα,  με κοίταξαν από πάνω ως κάτω, κίνηση την οποία δικαιολόγησα αμέσως  όταν βγήκαμε από το χώρο του αεροδρομίου  και πήγαμε στο παρκινγκ. Η θερμοκρασία δεν ήταν πάνω από 20 βαθμούς.  Στη διαδρομή, ο Ζεράρ μάλωσε τη Μαρί που δεν μου είχε αναφέρει τις θερμοκρασίες του τόπου. Καθισμένη στο  πίσω κάθισμα,  άκουγα τα σπαστά γάργαρα  αγγλικά τους  και παράλληλα σκάλιζα  νοητά τη μικρή  μου βαλίτσα μήπως θυμηθώ  αν κάτι από το ρουχισμό μου είχε μανίκι.  Ναι, είχα ένα τοσοδούλι  μπουφάν στο χρώμα της  ώχρας, το οποίο είχα ρίξει στη  βαλίτσα μου την τελευταία στιγμή. Σε όλες  τις φωτογραφίες  εκείνου του ταξιδιού, φοράω το ίδιο  μπουφάν!

Το Biarritz είναι ένα αριστοκρατικό θέρετρο, με τα πολυτελή, εμπορικά του καταστήματα, τα ακριβά εστιατόρια, τα Spa ξενοδοχεία, το Casino που σκάει το άγριο κύμα σχεδόν πάνω στα τζάμια του. Εδώ ήταν και το θερινό παλάτι του Λουδοβίκου του Γ’ και της συζύγου του Ευγενείας, η Βίλα Ευγενία.  Το σπίτι είχε χτιστεί ακριβώς μπροστά στην παραλία του Ατλαντικού,  στα πόδια των Πυρηναίων  και σήμερα είναι το πολυτελέστατο  Hôtel du Palais.

Η Μαριξού  -τη φώναζαν κι  έτσι λόγω της βασκικής  ρίζας –  και ο Ζεράρ, έμεναν στον πρώτο όροφο μιας περιποιημένης  πολυκατοικίας, κάνα μισάωρο  με τα πόδια από την κεντρική παραλία.  Όλα ήταν σε τάξη.  Στην μακρόστενη,  φωτεινή κουζίνα της,  είχε τόσο όμορφα  μικροεργαλεία  μαγειρικής:  σετ κουτάλες  χρωματιστές, φορμάκια  για cupcake, παρατεταγμένα σουρωτήρια  σε διάφορα  μεγέθη,  βαζάκια μικρά και μεγάλα με βότανα, δύο μίξερ, χρωματιστούς τρίφτες και πολλά άλλα. Θα έπρεπε να ήταν εξαιρετική μαγείρισσα η Μαριξού. Είχε δώσει μεγάλη έμφαση στα κουζινικά της. Ήταν  το εργαστήριό της, μη πω το βασίλειό της.  Πρέπει να είχε περάσει πολλές ώρες της ζωής της εδώ μέσα!

Το  τετράγωνο μπαλκόνι τους, με τις δυο τεράστιες μπαμπού πολυθρόνες  με τα πράσινα μαξιλάρια, έβλεπε στον εσωτερικό κήπο της πολυκατοικίας  όπως και όλα τα διαμερίσματα και ήταν άριστα συντηρημένος και καθαρός. Εκεί, κάθισα ένα βράδυ και άνοιξα το μπουκάλι Cabernet  Sauvignon  που μου είχαν αφήσει δώρο. Νομίζω  ότι δεν έχω πιει ωραιότερο κρασί στη ζωή μου. Παράγεται στο Μπορντώ, εκεί στη Γαλλία και ένοιωσα μεγάλη τιμή που είχαν διαλέξει το καλύτερο για μένα.

Το ίδιο Cabernet  παρήγγειλα μέρα μεσημέρι στο lobby του Καζίνο, φορώντας  το  μπουφανάκι σε χρώμα ώχρας και αθλητικά παπούτσια κι  ατενίζοντας μαγεμένη  από τις τεράστιες  βιτρίνες  του τον ωκεανό να έρχεται κατά πάνω μας, το ίδιο Cabernet  ήπια τη μέρα που περπάτησα ως την άλλη άκρη της πόλης κι ανέβηκα σε ένα σημαντικό αξιοθέατο,  το Φάρο.

Ο Φάρος του Biarritz. Φώτο: Χαρούλα Τσάλιου

Περίμενα υπομονετικά τη σειρά μου  στην είσοδο του φάρου, αφού μπορούσαν να  μπουν  μόνο δυο τρία άτομα.  Η σκάλα του φάρου, του κάθε φάρου, είναι ένα αρχιτεκτονικό σπειροειδές αριστούργημα, εμπνευσμένο από τα θαλάσσια κοχύλια. Αλλιώς αισθάνεσαι  όταν  τη κοιτάζεις από κάτω  προς τα πάνω και αλλιώς από πάνω προς τα κάτω.   

Πηγή: Pikist

Όπως στη ζωή,  που άλλοτε είναι πολύ ανηφορική και την ανεβαίνεις  με δυσκολία κι άλλοτε την ανεβαίνεις ξεκούραστα.  Σε αυτή την ανάβαση, αντικρίζεις  τον ίδιο τοίχο.  Κάπου κάπου, υπάρχει ένα μικρό παράθυρο που σου επιτρέπει να δεις προς τα έξω,  την πραγματικότητα δηλαδή,  και μετά συνεχίζεις  ξανά τον μοναχικό σου ανήφορο. Κάποτε κοιτάς  κάτω τη διαδρομή που έχεις διανύσει, άλλοτε όχι, γιατί δε θες να θυμάσαι,  δε θέλεις  να υπολογίσεις το πόσο έχεις διανύσει .  Άλλοτε πάλι, αν λέγεσαι αισιόδοξος,  κοιτάς  μόνο ψηλά, βλέπεις τη διαδρομή που θα σε οδηγήσει στο φως του φανού.  Δε ξέρεις τι θα συναντήσεις στη κορυφή, κάθε φάρος είναι διαφορετικός.  Όλοι όμως κάνουν την ίδια δουλειά: σκορπάνε το φως. 

Διακόσια σαράντα οκτώ σκαλοπάτια  είχε η σκάλα του φάρου του Biarritz. Στενή και  μονότονη. Στην ανάβασή μου αυτή, φαντάστηκα τη ζωή ενός φαροφύλακα. Είναι ένας καπετάνιος κι αυτός, ένας ακίνητος καπετάνιος. Έχει την καμπίνα του, τη ντουζιέρα του, τα κουζινικά του. Εδώ είναι το σπίτι του. ‘Έχει το κρεβάτι του και τις φωτογραφίες της οικογένειάς  του στο πλάι. Για ξυπνητήρι του, έχει  μια μπουρού και δεν υπάρχει δικαιολογία  εδώ «άργησα, με πήρε ο ύπνος κύριε διευθυντά μου! ».  Ο φαροφύλακας, βλέπει έναν άγριο ωκεανό να έρχεται καταπάνω του. Αυτή είναι η δουλειά του, να περιμένει τον ωκεανό να έρθει  και να ενημερώνει τα καράβια να τραβήξουν μακριά από τα βράχια. Ανεβαίνω αργά,  ρίχνω μια σκέψη πάνω στο κάθε σκαλί,  νιώθω τον φαροφύλακα να κάνει εδώ μέσα τις καθημερινές δουλειές: Να καθαρίζει  τους καθρέφτες και  τους φανούς στην κορυφή, να ελέγχει την εμβέλεια του φωτός, την ποσότητα της παραφίνης. Τον βλέπω να με σπρώχνει παραπέρα να περάσει βιαστικός, -πόσες φορές σε μια μέρα να ανεβοκατεβαίνει άραγε τη σπειροειδή σκάλα;-  Να ελέγχει τα σωσίβια, τις φωτοβολίδες  κινδύνου, τα σκοινιά,  αν είναι σωστά μαζεμένα.   Έπειτα, το φαρμακείο,  αν έχουν λήξει τα φάρμακα και θέλουν αντικατάσταση. Πρέπει  επίσης να μαγειρέψει για τον εαυτό του,  να ελέγξει τις προμήθειές του, το νερό, το λάδι. Να  δοκιμάζει  συχνά  πέρα δώθε όλα τα πορτάκια  για να διαπιστώσει  αν οι μεντεσέδες  θέλουν λάδωμα  κι  αν τα παραθυράκια σε όλο το «σώμα» του φάρου είναι καθαρά. Να πάρει τον καιρό,  ώστε να γνωρίζει  τι τον περιμένει το βράδυ. Να μιλήσει με τους ανωτέρους του και να κρατήσει το ημερολόγιο του φάρου, όπως ο γραμματικός του πλοίου. Να μιλήσει με τον  ασύρματο στην οικογένειά του, να μαλώσει την κόρη του που θέλει να βγει πάλι απόψε με το γιο του γείτονα, να συζητήσει τα οικονομικά με τη σύζυγο. Έπειτα, να βγάλει μια κρυμμένη μπύρα, να κοιτάξει το πέλαγος και να προσπαθήσει να απαντήσει ξανά  στο τι κάνω εγώ εδώ;  

Συχνά,  ένας φάρος, χρειάζεται ταυτόχρονα δύο φαροφύλακες. Εκεί,  στον όρθιο και μακρόστενο αυτό χώρο, πρέπει να μάθουν να συμβιώνουν δυο ξένοι άνθρωποι, όπως ο καλός και ο κακός σου εαυτός. Ο ένας ανεβαίνει τη σκάλα τη στιγμή που ο άλλος την κατεβαίνει.  Στο αντάμωμα, πρέπει να ταιριάξουν τα χνώτα τους  γιατί με τη φιλονικία δε θα ξεπεραστεί η τρικυμία τη νύχτα. Πρέπει ν’ ακούσει ο ένας  τι επιθυμεί ο άλλος, συχνά πρέπει ο ένας να αντέξει τον άλλο του εαυτό.  Δε μπορείς να  του κρυφτείς  του εαυτού σου πάνω σε μια ελικοειδή σκάλα! Κι αν θες να μείνεις μόνος, μπορείς να του κρυφτείς  για λίγο, όχι για πολύ. Κατέβα έξω στα βράχια και χτύπα με δύναμη τη πόρτα βγαίνοντας.  Πάρε και το  φανάρι αν είναι νύχτα. Τι περιμένεις άραγε να βρεις  μέσα στο σκοτάδι;  Μια γοργόνα; Ένα πνεύμα; Ένα ναυαγό; Έναν άγιο;  Βρες ότι αναζητάς  και πάλι πίσω να γυρίσεις. Ο ένας εαυτός  θα χτυπά απ’ έξω κι ο άλλος  πάντα θα του ανοίγει από μέσα.  Το φως του φανού θα γυρίζει  γύρω γύρω σαν περίπολος. Ποιόν φωτίζει στ’ αλήθεια ένας φάρος;

Όταν οι φάροι αυτοματοποιήθηκαν, άφησαν ένα  τεράστιο θησαυρό αναμνήσεων στην ιστορία, από τον  Φάρο της Αλεξάνδρειας  ως τον Κολοσσό της Ρόδου που περίμενε ακούραστα, με τα ποδάρια ορθάνοιχτα τα καράβια μέχρι να μπουν ασφαλή στο λιμάνι. Τώρα,  οι φάροι  στέκονται μόνοι και καλωδιωμένοι,  όπως ο άνθρωπος στην εντατική. Τον παρακολουθούν κάμερες, οθόνες υψηλής ευκρίνειας, κεραίες, λάμπες.  Δεν ακούει πια κάποιον θόρυβο που να προέρχεται από τον άνθρωπο,  όπως το  τσιτσίρισμα  του τηγανιού ή το νερό που τρέχει από την ντουζιέρα. Ούτε καν την προσευχή της  απόγνωσης. Έσβησε, έσβησε  ο κόσμος  του φαροφύλακα.

Ανέβηκα ως το φανό του φάρου.  Η κυρία στην είσοδο  μου φώναξε με την ντουντούκα της να κατέβω.  Είχε αρχίσει να φυσάει. Κοίταξα όσο έφτανε το βλέμμα μου μακριά, στην πάνω μύτη της Γαλλίας, στο Finistere. Αντίκρισα  τον συνταξιούχο φαροφύλακα. Μου φάνηκε  λίγο κουρασμένος.  ΄Ενας άνεμος ερχόταν  από τον ωκεανό,  ατίθασος και απρόβλεπτος.   Χωνόταν ίσαμε το κουζινάκι του, χάιδευε  το σκύλο του, ενοχλούσε τις λεβάντες του.Ο φαροφύλακας είχε κάνει πολλές δοκιμές  για να αποφασίσει το που θα κρεμάσει το μεγάλο κάδρο με τη  φωτογραφία  του. Μα δεν είχε καταλήξει κάπου.   Η λουλουδάτη ταπετσαρία στην κουζίνα ήταν ακατάλληλη.  Το υπνοδωμάτιο του δεν είχε χώρο ελεύθερο , γιατί υπήρχε η ντουλάπα και μια τηλεόραση κρεμασμένη. Τον ακούμπησε κάτω, με την όψη προς τον τοίχο, έριξε κάτι πάνω του, πήρε το σκύλο του και βγήκε μια βόλτα. Ήθελε να σκεφτεί για μια ακόμα φορά το ίδιο πράγμα: Ποιος ήταν άραγε ο πρωταγωνιστής εκείνη τη μέρα. Εκείνος; Ο φωτογράφος ή ο πιλότος;

Ο Φαροφύλακας στο φάρο Ile-Vierge με το σκύλο του Wychice. Φωτο: elinordewire

ΠΗΓΕΣ/ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙ ΚΑΝΕΙΣ!