Ίσως να αποτελεί ποινικό αδίκημα, δε ξέρω. Το να παρατηρώ δηλαδή επίμονα  τόπους από τις κάμερες του κόσμου, ζωντανά.  Ίσως,  ψυχολογική διαταραχή. Το φαινόμενο αυτό προσωρινά το ονομάζω ταξιδιωτική πείνα, η οποία με οδηγεί στην χρήση  της  τεχνολογίας  για  να ανακουφιστεί και να παρηγορηθεί.  Έχω εύλογα ονομάσει την οθόνη του υπολογιστή «Παράθυρο στον κόσμο».  Τα πρώτα μου βήματα σε αυτή την εκπαίδευση έγιναν στην πρώτη φάση της πανδημίας αλλά κατά τη δεύτερη φάση της, έχω αποκτήσει μεγάλη εμπειρία, κυρίως στην επιλογή των τοπίων προς παρατήρηση.  

Είναι τόσο οργανωμένο αυτό που κάνω, ώστε κάθε πρωί,  η οικογένειά μου γνωρίζει ότι θα ξυπνήσει ακούγοντας πουλάκια να τιτιβίζουν στο πάρκο της Κένυας,  φωνές παιδικές από γειτονιές στην Ιταλία,  άλογα να χλιμιντρίζουν, τρένα να σφυρίζουν περνώντας  μέσα από σήραγγες στη Μαλαισία, καμπάνες εκκλησιών να χτυπούν δηλώνοντας την ώρα,  βροντές από ξαφνική μπόρα στα Μετέωρα ή κύματα να σκάνε στην Πουέρτο ντε Λα Κρουζ, στην Τενερίφη.  Έχω φέρει όλες τις γειτονιές του κόσμου μέσα στην οθόνη του υπολογιστή μου και κοιτώντας την, είναι σα να βρίσκονται μόλις έξω από το παράθυρό μου.  Ανενόχλητα, ατενίζω τα κανάλια της Βενετίας και μπορώ να οσφρανθώ ακόμα και την υγρασία της. Στην άλλη άκρη του πλανήτη,  στην Κόπα Καμπάνα, άνθρωποι  χαίρονται τη θάλασσα στην διάσημη ακρογιαλιά. Μέσα στις φάρμες στο Τέξας  βλέπω τα λατρεμένα άλογα απασχολημένα πάνω από τις ταΐστρες τους. Στέκομαι στην αμίμητη, πανοραμική θέα της Σαντορίνης από το Φηροστεφάνι. Στο Μπουένος Άιρες, στην  Αργεντινή , βλέπω τα ψηλά, παλιά κτίρια, κατασκευές της εποχής  Περόν. Αγγίζω  δειλά δειλά τις χελώνες στα νησιά Γκαλαπάγκος. Αναπολώ την ομίχλη στην προβλήτα στο Brighton. Τρομάζω στον καπνό που αναβλύζει από το ηφαίστειο της Αίτνα. Θαυμάζω την ασταμάτητη κίνηση του βυθού από την υποβρύχια κάμερα στις Μαλβίδες,  κοιτάζω το Τείχος των δακρύων στην Ιερουσαλήμ,  μαγεύομαι  από το   μπαλκόνι της Ιουλιέτας στη Βερόνα. Με 534 ευρώ, έχω άπλετο χρόνο και μπορώ να κάνω το γύρο του κόσμου δίχως να φοράω μάσκα ή να διαθέτω πιστοποιητικό εμβολιασμού!

Παρότι είμαι λάτρης των μεγάλων πόλεων, διάλεξα μια μικρή γωνιά του κόσμου για να συλλέξω την καθημερινή μου ταξιδιωτική τροφή. Βρίσκεται στην βόρεια Ιταλία, στο San Candido, στο Bolzano.Εκείείναι  η γειτονιά μου,  με τους πάντα χιονισμένους Δολομίτες στο βάθος, να σκύβουν  προς το μέρος της  και να την περικυκλώνουν προστατευτικά.  Η γειτονιά μου, είναι τόσο αρμονική αρχιτεκτονικά, όσο λίγες. Βρίσκεται πολύ κοντά στα σύνορα με την Αυστρία και οι κάτοικοι  μιλούν γερμανικά και ιταλικά. Συχνά, βάζω το ξυπνητήρι στις 6.30 για να απολαύσω το χάραμα στη γειτονιά.  Νιώθω την παγωνιά να μπαίνει ως το σαλόνι μου κι ανασκουμπώνομαι. Νιώθω επίσης τον καθαρό αέρα που κατεβαίνει από τις κορυφές του βουνού και ανασαίνω όλο αγαλλίαση.

Θα μπορούσε να είναι η θεατρική σκηνή ενός έργου που διαδραματίζεται σε μια συνηθισμένη γειτονιά.  Έχω σκηνικό, ηθοποιούς, πράξεις. Έχω όρεξη, τα έχω όλα!  Η κάμερα  βρίσκεται  κάπου δίπλα από την εκκλησία  της Ενορίας του Αρχάγγελου Μιχαήλ κι έχει εικόνα αλλά και ήχο! Αριστερά, υπάρχει  ένα αγαλματάκι τοποθετημένο σε μια προθήκη του ναού που ξεκουράζονται συχνά τα πουλιά.  Φαντάζομαι στις γιορτές τα πανηγύρια που γίνονται εδώ μπροστά, τους γάμους, τις κηδείες, τις οικογένειες να μαζεύονται τις Κυριακές έξω από την εκκλησία, τα παιδιά να τρέχουν χαρούμενα με ποδήλατα και πατίνια κι ύστερα να αποχωρούν σιγά σιγά για να ετοιμάσουν το κυριακάτικο τραπέζι. Θα λένε τα ίδια με μας, θα γελούν, θα ανησυχούν, θα κουτσομπολεύουν, θα ερωτεύονται, θα σχεδιάζουν… Δεξιά, βρίσκεται ένα μικρό ξενοδοχείο, το Schwauzer adler  appartments.  To αναζήτησα στο διαδίκτυο είδα τα δωμάτια, τα μπαλκόνια, τον υπέροχο κήπο που έχουν στην πίσω πλευρά του κτιρίου ακόμα και τους ανθρώπους που  δουλεύουν εκεί.

Το συναρπαστικό επίσης είναι όχι αυτό που βλέπω μα αυτό που ακούω από την κάμερα αλλά δε το βλέπω. Για παράδειγμα, όλες τις ώρες της μέρας, ακούω νερό να τρέχει και φαντάζομαι πως  λιώνουν οι πάγοι. Ίσως υπάρχει και ένα ποταμάκι εκεί, μια μικρή γέφυρα από πάνω του αλλά δεν το ξέρω. Ακούω από νωρίς το πρωί βήματα από μπότες και περιμένω να φανούν άνθρωποι,  μα δεν εμφανίζεται κανείς στη σκηνή μου. Κατευθύνονται σίγουρα σε κάποιους άλλους δρόμους πίσω μου. Το ρολόι της εκκλησίας  χτυπάει κάθε τέταρτο! και μεταφέρει μεγάλη φασαρία στο σαλόνι μου. Κατά τις εννέα και μισή έχουν ξυπνήσει και τα δυο μικρά, που ζουν σε κάποιο σπίτι δίπλα από την εκκλησία αλλά δε φαίνονται. Η μαμά τους ακούει μουσική από νωρίς το πρωί ενώ ακούγονται και  τα σερβίτσια που ετοιμάζει το πρωινό  τους.  Είναι  δύο κοριτσάκια, όχι πάνω από πέντε έξι χρονών κι ακούω συχνά τη μαμά να φωνάζει στην πιο άτακτη “Elina, Elina…” μια και δυο και τρεις φορές  μα εκείνη πειράζει την αδελφή της και θέλει να βγει έξω να παίξει. Παντού τα ίδια! Μια μέρα η Elina έκλαψε πολύ έντονα, πετάχτηκα όταν  την άκουσα  να κλαίει τόσο γοερά, είχε πέσει κάπου νομίζω κι η μητέρα της την παρηγορούσε. Δεν μπορούσα τίποτα να κάνω για τη βοηθήσω!

Αυτούς που βλέπω να περπατάνε στην πλατεία, συνήθως καταλήγουν στο μοναδικό μαγαζάκι  που είναι ανοιχτό, εκεί δεξιά. Αυτό είναι ένα  TABACCHI GIORNALI,  έχει ταμπέλα με το Τ κεφαλαίο και  πουλά  διεθνείς  εφημερίδες και περιοδικά, λαχεία και λοταρίες, κάρτες τηλεφώνου και τουριστικά είδη. Τα περιοδικά, είναι όλα απλωμένα κάτω από την τέντα του κι ο κόσμος στέκεται και διαβάζει τους τίτλους στο εξώφυλλο.   Όταν φυσάει και ο αέρας   κάνει την κάμερα να  βουίζει, τα εξώφυλλα σηκώνονται κι ο ιδιοκτήτης  βγαίνει έξω γρήγορα και  σκεπάζει τα περιοδικά με μικρά αντικείμενα. Όταν πιάνει βροχή κι ακούω την μπόρα από τους Δολομίτες να καταφτάνει, απλώνει πάνω τους ένα μεγάλο κομμάτι πλαστικό για να τα προστατέψει. Το μαγαζί αυτό, ανοίγει στις επτά και μισή το πρωί και κλείνει στις δυο το μεσημέρι και στη συνέχεια πάλι το απόγευμα  στις τέσσερεις ως το βράδυ στις οκτώ και μισή. Δουλεύουν  δυο άντρες εδώ, μπορεί να είναι πατέρας και γιος, καταλαβαίνω την ηλικία τους από την  κορμοστασιά τους. Υπάρχουν στιγμές που η πλατεία είναι πολύ έρημη και μόνο ο ένας κύριος από το μαγαζάκι είναι έξω και τακτοποιεί τα προϊόντα του. Το αγαπά πολύ το μαγαζί του, συνέχεια καθαρίζει και τακτοποιεί. Όχι ο μικρός. Ο μεγάλος.

Κάθε μέρα βλέπω ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν στο μαγαζί αυτό. Νομίζω ότι πια αναγνωρίζω κάποιους, έρχονται ίδιες περίπου ώρες, σχεδόν τους περιμένω. Κατά τις  9 ώρα Ελλάδας,  περνάει  συνήθως μια οικογένεια με ένα μικρό παιδί στην αγκαλιά κι ένα στο καρότσι. Όλοι είναι πάντα ντυμένοι με γάντια και κασκόλ. Πόσο όμορφη οικογένεια είναι!

Περίπου στις  δέκα καθημερινά, έχω παρατηρήσει δυο κυρίες που κρατούν τσάντες  με ψώνια, σταματούν μπροστά στο μαγαζάκι και συζητούν για λίγο. Αν υπάρχει ησυχία -γενικά υπάρχει και αυτοκίνητο σπάνια μπαίνει στη σκηνή αυτή- μπορώ και ακούω  κάποιες  κουβέντες τους,  μιλούν  ιταλικά, ακόμα  και το γέλιο τους. Χαίρομαι τόσο που γελάνε, που συχνά θέλω να τρυπώσω στην κουβέντα τους και να γελάσω μαζί τους.

Όταν ο καιρός είναι καλός,  βλέπω τον Γιαν! Είναι ένα  παλικάρι σε αναπηρικό καροτσάκι. Γιαν τον έχω ονομάσει εγώ.  Τον βλέπω να μπαίνει με φόρα στην πλατεία. Σήμερα φοράει ένα κατακόκκινο πουλόβερ με μαύρη κουκούλα. Έφτασε ως τον πάγκο με τα περιοδικά, στριφογύρισε γύρω γύρω από το σταντ και χώθηκε πάλι γρήγορα στο στενό κάτω δεξιά.  Ήθελα τόσο να τον σταματήσω και να πούμε δυο κουβέντες για τον καιρό!  Μετά από κάνα μισάωρο,  ο Γιαν ξαναεμφανίστηκε με έναν φίλο του πράγμα που μου έδωσε μεγάλη χαρά  αφού κάθισε καμιά ώρα στην πλατεία!

Στο βάθος, ο Γιαν!

Στις 2.30, όταν κλείνει το μαγαζάκι, ηρεμία απόλυτη επικρατεί στην πλατεία της γειτονιάς μου που την ταράζει μόνο ένα απορριμματοφόρο το οποίο ακούω  μα δε το βλέπω. Ακούω το μηχάνημα που γυρίζει τα σκουπίδια και μετά που απομακρύνεται. Κόρνα δεν έχω ακούσει σε αυτό το μέρος!

Στις 23 Ιανουαρίου 2021 το πρωί, η πλατεία μου, ήταν αγνώριστη. Είχε καλυφθεί ολόκληρη με χιόνι.  Το μαγαζάκι έμεινε κλειστό, η τέντα κατεβασμένη, ο πάγκος σκεπασμένος. Ο κόσμος  βγήκε να περπατήσει στο χιόνι κι άκουγα παιδικές φωνές  που γελούσαν και παιδιά που έφτιαχναν χιονάνθρωπο.  Αυτή η μικρή στην εικόνα είναι σίγουρα  η Elina. Πώς να την κρατήσει κανείς μέσα μια τέτοια μέρα!

΄Οταν πέφτει η νύχτα, όλα ερημώνουν στη γειτονιά μου.  Ανάβουν τα πρώτα φώτα στις βιτρίνες κάτω αριστερά και συνήθως τα δυο μπροστινά δωμάτια του πρώτου ορόφου. Συχνά, το ένα πατζούρι, αν δεν είναι καλά ανοιγμένο, το βλέπω που το κοπανάει ο δυνατός αέρας. Μερικές φορές, οι κουρτίνες είναι τραβηγμένες και προσπαθώ να δω ανθρώπινες φιγούρες να κινούνται, μια τηλεόραση ανοιχτή, έναν άνθρωπο να καπνίζει πίσω από το τζάμι. Προσπαθώ να μαντέψω το φαγητό που μαγειρεύουν, το πρόγραμμά τους, τις συνήθειές τους. Πάντα στα ταξίδια μου με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους. Το ίδιο και σ΄αυτό.

Η ταξιδιωτική μου πείνα δεν κοπάζει ποτέ και η ταξιδιωτική μου δίψα με έκανε να στήσω το ταξίδι:  Θα πάω το επόμενο καλοκαίρι να τους βρω! Να μπω στο μαγαζάκι ένα πρωί, να χαζέψω στον πάγκο τα περιοδικά, να μιλήσω με τους ανθρώπους εκεί και να γνωρίζω πως μια κάμερα που βγάζει στο σαλόνι του σπιτιού μου, με κοιτάζει. Θα πέσω τυχαία πάνω στον Γιαν και θα  μιλήσουμε για τον καιρό. Θα μάθω από πού τελικά τρέχει το νερό που ρέει και δε το βλέπω  και το κυριότερο, το πού ταξιδεύει.  Γιατί στο ταξίδι μου θέλω πάντα να είμαι  πρωταγωνιστής και όχι  θεατής.

Σε αυτό το link, μπορείς  κι εσύ να δεις το San Candido, Bolzano ζωντανά.